Ποια θεωρείτε τα πιο καθοριστικά βήματα σε αυτή τη συναρπαστική διαδρομή της ζωής σας και ιδιαίτερα, στον χώρο της Τέχνης;
Οι γονείς μου είχαν πάντα την τάση να σκέφτονται out of the box και να λένε «ναι» στη ζωή, ακόμη κι όταν αυτό σήμαινε να βαδίσουν προς το άγνωστο. Αυτή είναι η κοινή συνισταμένη όλων των ανθρώπων που σημάδεψαν τη ζωή μου και που, κοιτώντας πίσω σήμερα, αντιλαμβάνομαι πόσο καθοριστικοί υπήρξαν στη διαμόρφωση της πορείας μου.
Οι καθηγητές μου στην Οξφόρδη ήταν φυσικά κορυφαίοι στο αντικείμενό τους. Εκείνο όμως που μου δίδαξαν πάνω απ’ όλα ήταν πώς να προσεγγίζω αυτό που δεν γνωρίζω και να απολαμβάνω τη διαδικασία της αναζήτησης και της οικοδόμησης της γνώσης από το μηδέν.
Αργότερα εργάστηκα σε μια γκαλερί στο Λουξεμβούργο, ιδιοκτησίας του Alex Reding, ενός πραγματικού πρωτοπόρου της σύγχρονης καλλιτεχνικής σκηνής της χώρας. Για εκείνον τίποτα δεν ήταν αδύνατο· πάντα έβρισκε έναν τρόπο να πετύχει τον στόχο του.
Πιστεύω πως υπάρχουν δύο τύποι ανθρώπων. Εκείνοι που βλέπουν μια υπέροχη ταράτσα με μοναδική θέα, αλλά επειδή δεν υπάρχει σκάλα για να ανέβουν, απομακρύνονται και αναζητούν μια άλλη, πιο εύκολα προσβάσιμη. Και εκείνοι που αναρωτιούνται: «Πώς μπορώ να φτιάξω τη δική μου σκάλα για να φτάσω εκεί;».
Δεν είμαι η μόνη που σκέφτεται έτσι. Οι περισσότεροι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στη σύγχρονη τέχνη ή δημιουργούν κάτι δικό τους λειτουργούν με αυτή τη νοοτροπία. Αυτή ήταν και η δική μου διαδρομή.
Παράλληλα, η σχέση μου με τα άλογα από πολύ μικρή ηλικία με δίδαξε τι πραγματικά σημαίνει να ακολουθείς το πάθος σου. Από έξω μπορεί να μοιάζει γοητευτικό, όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική: ξυπνάς πριν χαράξει, καθαρίζεις τους στάβλους, φροντίζεις τον εξοπλισμό, βεβαιώνεσαι ότι τα άλογα είναι καλά, δεν υπάρχουν Σαββατοκύριακα ούτε ωράρια, ταξιδεύεις ατελείωτες ώρες χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας.
Αν δεν αγαπάς πραγματικά αυτό που κάνεις, τότε μάλλον είσαι απλώς τρελός. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον κόσμο της τέχνης. Τα εγκαίνια μιας έκθεσης είναι μόλις το 1% της δουλειάς. Αν δεν είσαι διατεθειμένος να δουλέψεις ακούραστα, να ιδρώσεις και να αφιερωθείς ολοκληρωτικά, δεν έχει νόημα.
Αυτό όμως που με κρατάει ακόμη γοητευμένη έχει επίσης μια ενδιαφέρουσα αναλογία. Ένα άλογο είναι ένα πλάσμα εντελώς διαφορετικό από εμάς. Με τους σκύλους μπορούμε εύκολα να ταυτιστούμε· μοιραζόμαστε πολλά κοινά στοιχεία. Η ψυχολογία ενός αλόγου, όμως, βρίσκεται έξω από τη δική μας εμπειρία και αυτό ακριβώς είναι που το κάνει τόσο συναρπαστικό.
Το ίδιο αισθάνομαι και για τους καλλιτέχνες. Δεν είμαι καλλιτέχνις και δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι. Όμως το να συνεργάζομαι μαζί τους, να παρακολουθώ τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο και μετατρέπουν τις εμπειρίες τους – ακόμη και την ίδια τους την ψυχή – σε έργα τέχνης, παραμένει για μένα ένα ανεξάντλητο μυστήριο. Είναι άνθρωποι διαφορετικοί από όλους τους άλλους, και σίγουρα διαφορετικοί από εμένα. Νιώθω πραγματικά τυχερή που μπορώ να αποτελώ μέρος της ζωής τους.
Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στη δημιουργία της Wilhelmina’s; Ποιος είναι ο βασικός άξονας των επιλογών σας και σε τι εστιάζετε;
Δεν είχα ποτέ σκοπό να δημιουργήσω μια γκαλερί. Είναι όμως ένα ακόμη παράδειγμα αυτού που περιέγραψα νωρίτερα: του να λες «ναι» στη ζωή όταν εκείνη σου ανοίγει μια απρόσμενη πόρτα.
Ήρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στην Ύδρα, το 2022. Τυχαία βρέθηκα σε έναν χώρο, ο οποίος αποδείχθηκε ότι ανήκε σε έναν παλιό φίλο μου, τον Arthur Fitzwilliam, με τον οποίο παίζαμε πόλο όταν ήμασταν περίπου είκοσι ετών. Είναι κι εκείνος ένας άνθρωπος που πιστεύει πως η ζωή δεν έχει όρια.
Ο χώρος ήταν ονειρικός: ψηλές οροφές, εκατό τετραγωνικά μέτρα και ακριβώς δίπλα στη θάλασσα. Εκείνη την περίοδο είχα ήδη δεχθεί πρόταση να εργαστώ σε μια τράπεζα, οπότε τίποτα δεν προμήνυε ότι αυτή θα ήταν η επόμενη επαγγελματική μου πορεία.
Τότε γνώρισα την Ekaterina Jukowski, ιδρύτρια του Mnemosyne Projects, μια εξαιρετικά δημιουργική προσωπικότητα που γνώριζε καλά την Ύδρα. Ήταν ο άνθρωπος που λειτούργησε ως καταλύτης. Μαζί συνειδητοποιήσαμε ότι η Bea Bonafini, μία από τις καλλιτέχνιδες με τις οποίες συνεργαζόμουν, είχε ήδη συνεργαστεί με την οικογένεια Σουτζόγλου στην Αθήνα — τους αρχικούς ιδιοκτήτες του κτιρίου που σήμερα στεγάζει το Old Carpet Factory Music Studio στην Ύδρα.
Ήταν σαν όλα τα κομμάτια του παζλ να μπήκαν ξαφνικά στη θέση τους. Απέρριψα την πρόταση της τράπεζας και, τέσσερις εκθεσιακές σεζόν αργότερα, βρίσκομαι ακόμη εδώ.
Το ενδιαφέρον μου επικεντρώνεται κυρίως στην παραστατική τέχνη και σε θεματικές που σχετίζονται με τα όνειρα, τη μυθολογία και τη φύση. Η επιμελητική μου προσέγγιση είναι περισσότερο δοκιμιακή και διερευνητική, με έντονο ενδιαφέρον για υπαρξιακά και πνευματικά ερωτήματα.
Προσωπικά, αγαπώ την τέχνη γιατί έχει τη δύναμη να σε βγάζει έξω από τον κόσμο όπως τον γνωρίζεις. Η Ύδρα είναι το ιδανικό μέρος για να συνδεθεί κανείς με μια πιο απλή, ουσιαστική και βαθιά πλευρά του εαυτού του.
Η τέχνη, η φύση και τα βιβλία είναι ίσως το ισχυρότερο αντίδοτο απέναντι στον αδιάκοπο θόρυβο με τον οποίο η τεχνολογία επιχειρεί να μας κατακλύσει. Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, η φαρμακοβιομηχανία, ακόμη και οι κυβερνήσεις συχνά ευνοούνται όταν οι άνθρωποι είναι αποσυνδεδεμένοι, επιφανειακοί, εξαντλημένοι και εύκολα χειραγωγήσιμοι.
Η τέχνη κάνει ακριβώς το αντίθετο. Μας κάνει πιο ευαίσθητους, πιο στοχαστικούς, πιο βαθιούς, πιο ανεξάρτητους στη σκέψη, πιο ήρεμους, πιο δημιουργικούς και πνευματικά πιο πλούσιους. Μας βοηθά να συνδεθούμε ουσιαστικά με τους άλλους αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν γίνονται περικοπές στους προϋπολογισμούς, ο πολιτισμός και οι τέχνες είναι σχεδόν πάντα οι πρώτοι που θυσιάζονται.
Μίλησέ μας για τη φετινή έκθεση στην Ύδρα. Τι είναι αυτό που συμβαίνει κάθε καλοκαίρι στο νησί, πώς έγινες μέρος αυτής της ιδιαίτερης καλλιτεχνικής σκηνής και ποια είναι η δική σου οπτική για την Τέχνη;
Αυτή την περίοδο παρουσιάζω την έκθεση «Lighthouses of the Earth», στην οποία συμμετέχουν επτά καλλιτέχνες: οι Apostolos Chantzaras, Corcho, Martand Khosla, Boris Torres, Emilio Perez, Esteban Fuentes de Maria και Panos Tsagaris.
Η ιδέα γεννήθηκε αρχικά από το ποίημα «God’s Lighthouses» της Helen Hunt Jackson, γραμμένο τον 19ο αιώνα. Πρόκειται για ένα απλό αλλά βαθιά συγκινητικό ποίημα, όπου οι φάροι καθοδηγούν τους ναυτικούς μέσα από τις φουρτουνιασμένες θάλασσες προς ένα ασφαλές λιμάνι. Είναι μια μεταφορά για τον τρόπο με τον οποίο προσπαθούμε να διασχίσουμε τις δυσκολίες της ζωής και τις εσωτερικές μας συγκρούσεις.
Τα ερωτήματα που θέτει αυτή η εικόνα παραμένουν αναλλοίωτα μέσα στον χρόνο: Πού κατευθυνόμαστε; Ποιες αξίες καθοδηγούν τις αποφάσεις μας; Τι έχει πραγματικά σημασία στη μία και μοναδική ζωή που μας δόθηκε; Είναι αυτό που ακολουθούμε ένα αληθινό φως ή ένας παραπλανητικός φάρος που μας οδηγεί προς λανθασμένες αξίες; Και πώς μπορούμε να χαράξουμε τη δική μας πορεία αντί να ακολουθούμε εκείνη που άλλοι έχουν σχεδιάσει για εμάς;
Πρόκειται για ερωτήματα διαχρονικά, που δεν εξαρτώνται από τις πολιτικές ή κοινωνικές συγκυρίες. Αφορούν κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, αλλά και την κοινωνία συνολικά. Είναι εξίσου επίκαιρα σήμερα όσο ήταν και στις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας.
Πιστεύω ότι οι σύγχρονοι καλλιτέχνες εξακολουθούν να κατέχουν μια μοναδική θέση: μπορούν να λειτουργούν ως γέφυρα ανάμεσα στις απαιτήσεις του καθημερινού κόσμου και στις βαθύτερες, πνευματικές μας ανάγκες. Υπό αυτή την έννοια, ο φάρος γίνεται μια εξαιρετική μεταφορά τόσο για τον ρόλο του καλλιτέχνη όσο και για τον ίδιο τον σκοπό της τέχνης.
Η γκαλερί στεγάζεται σε ένα παλιό καρνάγιο, κυριολεκτικά πάνω στη θάλασσα. Μου αρέσει να τη φαντάζομαι σαν έναν φάρο που εκπέμπει το φως των έργων τέχνης, φωτίζοντας τον δρόμο ανθρώπων που αναζητούν μια στιγμή γαλήνης, έναν τόπο περισυλλογής ή ένα ασφαλές καταφύγιο.
Ίσως αυτή η εικόνα να είναι υπερβολικά ρομαντική. Από την άλλη, αν δεν ήμουν ρομαντική, πιθανότατα δεν θα βρισκόμουν εδώ.
Αυτή είναι η τέταρτη χρονιά που εκθέτετε στη Mandraki Beach Gallery. Πώς ανταποκρίθηκε το κοινό στην παρουσία σας στο νησί φέτος και τι είναι αυτό που αγαπάτε περισσότερο στην Ύδρα;
Φέτος, στα εγκαίνια της έκθεσης, περιμέναμε περίπου 80 έως 100 άτομα, όμως τελικά ήρθαν σχεδόν 300. Ήταν μια εμπειρία ταυτόχρονα συγκλονιστική και υπέροχη.
Αυτό όμως που αγαπώ περισσότερο είναι ο ρυθμός της ζωής στο νησί κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ναι, εργάζομαι ατελείωτες ώρες, αλλά η καθημερινότητά μου διακόπτεται από αρκετές βουτιές στη θάλασσα μέσα στη μέρα. Και επειδή το δείπνο στην Ελλάδα ξεκινά συνήθως μετά τις εννέα το βράδυ, υπάρχει πάντα χρόνος να απολαύσεις το απόγευμα πριν επιστρέψεις περπατώντας στον κόλπο του Μανδρακίου κάτω από έναν απίστευτα έναστρο ουρανό.
Οι άνθρωποι που έρχονται στην Ύδρα έχουν συνήθως κάτι κοινό: είναι αυθεντικοί, δημιουργικοί, ανοιχτόμυαλοι, άνθρωποι που δρουν αλλά και σκέφτονται. Είναι σπάνιο να συναντά κανείς τόσο μεγάλη συγκέντρωση τέτοιων προσωπικοτήτων σε ένα μέρος. Και το πιο όμορφο είναι ότι δεν χρειάζεται να εξηγείς τι κάνεις· όλοι το καταλαβαίνουν. Ίσως γι’ αυτό οι φιλίες στο νησί αποκτούν τόσο γρήγορα βάθος. Παρακάμπτεις πολλά από τα στάδια που αλλού χρειάζονται χρόνια.
Τι feedback λαμβάνετε από το διεθνές κοινό και ποιες διαφορές διαπιστώνετε σε σχέση με το ελληνικό;
Πιστεύω ότι οι διεθνείς επισκέπτες γοητεύονται από αυτό που εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει η Ύδρα: μια διαφορετική διάσταση, όπου η διεθνής σύγχρονη τέχνη μπορεί να υπάρξει με μια σχεδόν ρουσσωική απλότητα, μακριά από τους μηχανισμούς και τις πιέσεις της παγκόσμιας αγοράς τέχνης.
Παρασύρονται από αυτή τη μαγεία με τον ενθουσιασμό κάποιου που την ανακαλύπτει για πρώτη φορά.
Οι Έλληνες, αντίθετα, εκπλήσσονται λιγότερο. Έχουν μεγαλώσει ταξιδεύοντας στα νησιά και, παρότι η Ύδρα διαθέτει ίσως την πιο ώριμη και αναγνωρισμένη εικαστική σκηνή στην Ελλάδα, δεν αποτελεί μοναδική εξαίρεση. Υπάρχουν εξαιρετικές καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες, residencies και γκαλερί διάσπαρτες σε πολλά ελληνικά νησιά. Η Ύδρα εξακολουθεί να έχει τη γοητεία της, όμως για το ελληνικό κοινό δεν υπάρχει το ίδιο στοιχείο της ανακάλυψης.
Οι Έλληνες καλλιτέχνες αποτελούν μέρος της αναζήτησής σας; Ποιες είναι οι νέες κατευθύνσεις που σας ενδιαφέρουν σήμερα;
Απολύτως.
Όταν ήρθα στην Ελλάδα δεν γνώριζα σχεδόν τίποτα για την ελληνική σύγχρονη καλλιτεχνική σκηνή. Πολύ σύντομα όμως άρχισα να συνεργάζομαι με τον Ιάσονα Καμπάνη, έναν εξαιρετικό ζωγράφο που έχει δημιουργήσει ένα εντελώς προσωπικό και αναγνωρίσιμο εικαστικό σύμπαν.
Πέρυσι ξεκίνησα επίσης τη συνεργασία μου με την Αλίκη Παλιού, μια ακόμη σπουδαία καλλιτέχνιδα. Στη φετινή έκθεση συμμετέχουν δύο Έλληνες δημιουργοί, ο Πάνος Τσαγκάρης και ο Απόστολος Χαντζάρας, των οποίων το έργο, αλλά και την προσωπικότητα, αγαπώ πραγματικά.
Τρέφω επίσης μεγάλο θαυμασμό για τη δουλειά της Peggy Kliafa και του Angelo Plessas.
Καθοριστικό ρόλο στη γνωριμία μου με την ελληνική καλλιτεχνική σκηνή έπαιξε η επιμελήτρια Marina Fokidis, η οποία, πέρα από αυτό, έχει συμβάλει ουσιαστικά και στην εξέλιξη της γκαλερί μου.
Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικούς καλλιτέχνες και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, θεωρώ ότι δεν έχουν ακόμη τη διεθνή αναγνώριση που πραγματικά αξίζουν. Πιστεύω όμως πως η στιγμή τους θα έρθει. Γκαλερί όπως οι Kalfayan Galleries, The Breeder, Bernier Eliades και Dio Horia διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο δίνοντας στους Έλληνες καλλιτέχνες διεθνή παρουσία, ενώ κι εγώ προσπαθώ να συμβάλω με όλες μου τις δυνάμεις στους δημιουργούς που εκπροσωπώ.
Όσον αφορά τις νέες μου αναζητήσεις, το επόμενο μεγάλο πεδίο είναι η ψηφιακή τέχνη. Για να είμαι ειλικρινής, αρχικά με φόβιζε λίγο. Τα τελευταία χρόνια όμως γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον χώρο και πλέον αισθάνομαι έτοιμη να εξερευνήσω αυτή τη νέα πρόκληση.
Πώς μοιράζεις τον χρόνο σου στην Ελλάδα και τι είναι αυτό που απολαμβάνεις περισσότερο εδώ;
Χρειάζεται να επιστρέφω συχνά στο Λουξεμβούργο, όμως όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα μοιράζω τον χρόνο μου κυρίως ανάμεσα στην Ύδρα και την Αθήνα, με μικρές αποδράσεις και σε άλλα νησιά.
Αυτό που εκτιμώ περισσότερο στην Ελλάδα ανεξάρτητα από το πού βρίσκομαι είναι ότι οι άνθρωποι κάνουν τα πάντα χωρίς άγχος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν απαιτήσεις ή πίεση. Αντίθετα, εντυπωσιάζομαι από το γεγονός ότι ακόμη και όταν πρέπει να ολοκληρωθεί κάτι πολύ δύσκολο μέσα σε ασφυκτικά χρονικά περιθώρια, οι άνθρωποι δεν χάνουν την ψυχραιμία τους.
Είναι μια σπάνια ποιότητα που διαθέτουν οι Έλληνες.
Στη βόρεια Ευρώπη, αντίθετα, οι περισσότεροι άνθρωποι μοιάζουν να ζουν διαρκώς μέσα στο άγχος, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος. Για χρόνια ένιωθα σαν να κουβαλούσα ένα μόνιμο βάρος στο στήθος μου.
Το μεγαλύτερο δώρο που μου έχει προσφέρει η Ελλάδα είναι ότι αυτό το συναίσθημα εξαφανίστηκε. Με άλλαξε ως άνθρωπο. Αυτή η εσωτερική ηρεμία με ακολουθεί πλέον όπου κι αν βρίσκομαι και με έχει κάνει πραγματικά πιο ευτυχισμένη.
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;
Αυτή την περίοδο προετοιμάζω μια ομαδική έκθεση στο Λονδίνο με τίτλο «Oracles», η οποία θα παρουσιαστεί τον Οκτώβριο, παράλληλα με τη Frieze, στον νέο χώρο Adelphi Arts House, στο Charing Cross.
Είναι η πρώτη φορά που η Wilhelmina’s παρουσιάζει τους καλλιτέχνες της στο Λονδίνο και αισθάνομαι πραγματικά ευγνώμων για την ευκαιρία που μου προσφέρει ο ιδιοκτήτης του χώρου, Alasdair Machpherson.
Τον Νοέμβριο η γκαλερί θα συμμετάσχει ξανά στην Art Athina, παρουσιάζοντας ατομική έκθεση του εξαιρετικού Αργεντινού καλλιτέχνη Corcho, με τον οποίο μόλις ξεκίνησα να συνεργάζομαι.
Η Art Athina ήταν η πρώτη φουάρ τέχνης στην οποία συμμετείχα ποτέ και εξακολουθεί να κατέχει μια πολύ ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Ήταν, ίσως, η καλύτερη εμπειρία που έχω ζήσει σε διεθνή φουάρ, ακόμη και σε σύγκριση με την περίοδο που εργαζόμουν στη Nosbaum Reding.
Ανυπομονώ ιδιαίτερα για τη φετινή διοργάνωση στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, η οποία φιλοξενεί προσωρινά την Art Athina όσο το Ζάππειο ανακαινίζεται.
Όσο για το 2027, θα δούμε τι επιφυλάσσει. Ένα μόνο μπορώ ήδη να αποκαλύψω: τον Ιούνιο του 2027 θα επιστρέψουμε ξανά στο Mandraki Beach της Ύδρας με μια νέα έκθεση.
Ποια επιτεύγματα θεωρείς πιο σημαντικά και κρατάς πιο κοντά στην καρδιά σου;
Το σημαντικότερο επίτευγμα της ζωής μου ήταν ότι επέστρεψα συνειδητά στην καθολική πίστη και την άσκησή της.
Διηγήσου μια ιστορία που δεν θα ξεχάσεις ποτέ.
Υπάρχει μια ιστορία για έναν άνθρωπο που βρίσκεται μέσα σε μια σπηλιά, της οποίας η έξοδος έχει αποκλειστεί από έναν τεράστιο βράχο. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός της ζωής του και τότε εμφανίζεται ο Θεός και του λέει: «Σπρώξε τον βράχο».
Ο άνθρωπος σπρώχνει, ξανά και ξανά, αλλά τίποτα δεν συμβαίνει. Όταν, έπειτα από πολύ καιρό, είναι έτοιμος να εγκαταλείψει, ο Θεός εμφανίζεται πάλι και του ζητά να προσπαθήσει ακόμη πιο δυνατά.
Εκείνος συνεχίζει με όλη του τη δύναμη επί χρόνια. Κάποια στιγμή, απογοητευμένος, λέει:
«Όλη μου τη ζωή έσπρωχνα αυτόν τον βράχο και δεν μετακινήθηκε ούτε εκατοστό. Σε απογοήτευσα. Απέτυχα.»
Και ο Θεός του απαντά:
«Δεν σου ζήτησα ποτέ να μετακινήσεις τον βράχο. Σου ζήτησα μόνο να τον σπρώχνεις.»
Δεν πιστεύω ότι η ζωή μετριέται με επιτυχίες ή αποτυχίες. Πιστεύω ότι η ζωή είναι η προσπάθεια και η χαρά που μπορείς να βρεις μέσα σε αυτήν. Η επιτυχία και η αποτυχία είναι σχετικές έννοιες. Και όταν το συνειδητοποιήσεις αυτό, ο φόβος εξαφανίζεται και αισθάνεσαι ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα.
Ένα dream project;
Θα ήθελα να δημιουργήσω μια γκαλερί μέσα σε ένα πλοίο και να ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο παρουσιάζοντας περιοδεύουσες εκθέσεις τέχνης.
Όταν μπαίνεις σε έναν χώρο, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρείς;
Τις αναλογίες του χώρου και το φως.
Τρία μέρη στα οποία αγαπάς να επιστρέφεις και γιατί;
Ταξιδεύω διαρκώς λόγω της δουλειάς μου και έχω γνωρίσει υπέροχους ανθρώπους και μοναδικούς τόπους. Ωστόσο, όπως λέει και η Dorothy στον Μάγο του Οζ, «δεν υπάρχει μέρος σαν το σπίτι».
Το δικό μου καταφύγιο είναι ο νερόμυλος όπου μεγάλωσα, μαζί με τους γονείς μου και τα σκυλιά μου. Εκεί αισθάνομαι πραγματικά ασφαλής.
Η αγαπημένη μου ταινία είναι το Όσα Παίρνει ο Άνεμος. Κάθε φορά που η Scarlett O’Hara δεν ξέρει ποιον δρόμο να ακολουθήσει, επιστρέφει στην Tara, γιατί εκεί βρίσκει ξανά τη δύναμη και την αποφασιστικότητά της. Για μένα, ο νερόμυλος της οικογένειάς μου είναι η δική μου Tara.
Από εκεί και πέρα, ο κόλπος στο Μανδράκι στην Ύδρα έρχεται πολύ κοντά στη δεύτερη θέση. Εκεί συνυπάρχουν όλα όσα αγαπώ: η τέχνη, μία από τις ομορφότερες θάλασσες του κόσμου, το εξαιρετικό φαγητό στο εστιατόριο του οικοδεσπότη μου, το Captain M, οι άνθρωποι που έρχονται να επισκεφθούν την έκθεση, οι καθημερινές βουτιές, οι διαδρομές με το καΐκι προς τη χώρα και οι άγριες κατσίκες που κατεβαίνουν κάθε πρωί από το βουνό για να φάνε τα φυτά έξω από τη γκαλερί. Δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ ένα πιο ονειρικό σκηνικό.
Τέλος, όταν άνοιξα τη γκαλερί αναγκάστηκα να εγκαταλείψω την ιππασία σε μόνιμη βάση. Έτσι, κάθε φορά που βρίσκομαι στο Μπουένος Άιρες και μπορώ να ανέβω ξανά σε άλογο για να παίξω πόλο με φίλους, νιώθω πως μου χαρίζεται ένα πολύτιμο δώρο.
Καταλαβαίνω απόλυτα γιατί γεννήθηκε ο μύθος των Κενταύρων. Η αίσθηση ότι γίνεσαι ένα με το άλογο είναι βαθιά μεταμορφωτική και απελευθερωτική. Είναι επίσης από τις ελάχιστες στιγμές όπου κάνω κάτι που εξασκώ εδώ και τριάντα χρόνια. Στη δουλειά μου αντιμετωπίζω συνεχώς νέες προκλήσεις, ενώ πάνω στο άλογο το σώμα μου γνωρίζει ήδη τι πρέπει να κάνει και μπορώ απλώς να απολαύσω τη στιγμή.
Δώσε μας τον δικό σου ορισμό της ομορφιάς.
Ένα ελληνικό ηλιοβασίλεμα είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα.
Όσα κι αν έχεις δει, δεν παύει ποτέ να σε μαγεύει. Κάθε φορά ανακαλύπτεις κάτι διαφορετικό, δεν θέλεις να τελειώσει και ανυπομονείς να το ξαναδείς.
Ένα έργο τέχνης, ένα βιβλίο, ένας άνθρωπος, ένας αθλητής, ένα ζώο, μια παράσταση, ένα τραγούδι ή μια εμπειρία που διαθέτει αυτή την ίδια ποιότητα είναι, για μένα, πραγματικά όμορφο.
Τι θεωρείς αυθεντικό στις μέρες μας;
Όσον αφορά τους ανθρώπους, δεν πιστεύω ότι η αυθεντικότητα έχει αλλάξει μέσα στους αιώνες.
Από την αρχαιότητα ακόμη υπάρχουν κείμενα που σατιρίζουν όσους προσποιούνται κάτι που δεν είναι, προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί, να ανελιχθούν κοινωνικά ή να αποκτήσουν πολιτική επιρροή.
Η αυθεντικότητα είναι πάντοτε αδιαπραγμάτευτη.
Μερικές φορές είναι γοητευτική, άλλες εκνευριστική ή ακόμη και δυσάρεστη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτεί σεβασμό.
Είναι η ιδιοκτήτρια ενός εστιατορίου που αρνείται να εξυπηρετήσει πελάτες επειδή δεν της αρέσει η συμπεριφορά τους. Είναι ο άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται για μια προαγωγή, αρκεί να μπορεί να φεύγει από τη δουλειά στις πέντε. Είναι η ίδια η Ύδρα, που δεν επιτρέπει, όσο μεγάλα κι αν είναι τα οικονομικά συμφέροντα, ούτε νέα δόμηση ούτε οχήματα στο νησί. Είναι ο άνθρωπος που χάνει τη δουλειά του επειδή αρνείται να προδώσει τις αρχές του.
Η αυθεντικότητα παίρνει πολλές μορφές, αλλά πάντα καταλήγει στο ίδιο πράγμα: να παραμένεις πιστός στην ουσία σου, όποια κι αν είναι αυτή.
Είναι η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και την περσόνα. Ανάμεσα σε έναν αληθινό τόπο και ένα σκηνικό που έχει κατασκευαστεί για τα βλέμματα των επισκεπτών.
Ο τουρισμός, δυστυχώς, έχει συμβάλει σημαντικά στην αλλοίωση της ταυτότητας πολλών από τα ομορφότερα μέρη του κόσμου. Συχνά σκέφτομαι πόσο συναρπαστικό θα ήταν να ταξιδεύει κανείς πριν από πεντακόσια χρόνια.
Η αυθεντικότητα είναι πάντοτε αξιοθαύμαστη. Ακόμη περισσότερο όμως όταν πρόκειται για ανθρώπους που πληρώνουν προσωπικό τίμημα επειδή επιμένουν να είναι ο εαυτός τους: πολιτικούς κρατουμένους, ανθρώπους που χάνουν τη θέση τους εξαιτίας των αρχών τους ή, στην πιο ακραία περίπτωση, ανθρώπους που διώκονται ή ακόμη και χάνουν τη ζωή τους για τις πεποιθήσεις τους και για αυτό που πραγματικά είναι.