Όλγα, μίλησε μας για το δημιουργικό σου ταξίδι πως ξεκίνησε, τι σε έκανε να αλλάξεις τελείως κατεύθυνση και ποια είναι τα highlights της διαδρομής σου μέχρι σήμερα
To δημιουργικό μου ταξίδι ξεκίνησε όταν άφησα πίσω μου τον δρόμο των χημικών μηχανικών και αποφάσισα να ακολουθήσω τη φωτογραφία. Ήταν μια απόφαση που γεννήθηκε από ανάγκη — να εκφράζομαι μέσα από εικόνες, να παρατηρώ τον κόσμο χωρίς να τον εξηγώ, αλλά να τον νιώθω.
Με τον καιρό, άρχισα να παίρνω τη μηχανή μου και να φωτογραφίζω κυρίως αστικά τοπία της Θεσσαλονίκης. Δεν υπήρχε κάποιο σχέδιο∙ απλώς μια εσωτερική παρόρμηση να περπατάω, να κοιτάζω και να συλλαμβάνω μικρές στιγμές σιωπής μέσα στο χάος της πόλης. Αυτές οι φωτογραφίες, σχεδόν προσωπικές εξομολογήσεις στην αρχή, βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση. Ήταν σαν να επικοινωνήθηκε κάτι αόρατο, μια κοινή αίσθηση που δεν χρειάζεται λέξεις.
Παράλληλα, εργάζομαι ως επαγγελματίας φωτογράφος — συνεργάζομαι με έντυπα, ξενοδοχεία, εταιρείες και ιδιώτες. Αυτή η πλευρά της δουλειάς μου με γειώνει, μου θυμίζει την αξία της συνέπειας και της συνεργασίας. Ανάμεσα στις δύο διαδρομές —την καλλιτεχνική και την επαγγελματική— υπάρχει μια δημιουργική ένταση που με κρατά ζωντανή. Η φωτογραφία για μένα είναι τρόπος να παρατηρώ, να συνδέομαι και να μεταφράζω τον κόσμο γύρω μου σε κάτι πιο προσωπικό.
Έχεις μια πολύ ιδιαίτερη προσωπική ματιά και οι φωτογραφίες σου έχουν ένα νοσταλγικό χαρακτήρα, ρομαντικό και ταυτόχρονα σκληρό. Που βασίζεται αυτό και πως θα χαρακτήριζες εσύ η ίδια τον τρόπο που φωτογραφίζεις
Νομίζω πως ο τρόπος που φωτογραφίζω βασίζεται κυρίως στον τρόπο που κοιτάζω τον κόσμο. Πάντα με συγκινούσε η αντίφαση — το όμορφο και το φθαρμένο, το φως και η σκιά, η τρυφερότητα και η απόσταση. Ίσως γι’ αυτό οι φωτογραφίες μου έχουν αυτό το μείγμα ρομαντισμού και σκληρότητας∙ γιατί μέσα μου συνυπάρχουν και τα δύο.
Δεν με ενδιαφέρει να δείξω κάτι “όμορφο” με την κλασική έννοια, αλλά κάτι αληθινό, κάτι που κουβαλάει μια ιστορία, μια αίσθηση χρόνου ή μοναξιάς. Συχνά νιώθω πως φωτογραφίζω πράγματα που πρόκειται να χαθούν — όχι για να τα διασώσω, αλλά για να τα αποχαιρετήσω.
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω τον τρόπο που φωτογραφίζω, θα έλεγα πως είναι διαισθητικός. Δεν ξεκινώ με ιδέα ή στόχο∙ ξεκινώ με ένα συναίσθημα. Η φωτογραφία για μένα είναι τρόπος να συνδεθώ με αυτό που βλέπω, να το κατανοήσω, και τελικά να το αφήσω να μου αποκαλυφθεί.
❝ Δεν με ενδιαφέρει να δείξω κάτι “όμορφο” με την κλασική έννοια, αλλά κάτι αληθινό, κάτι που κουβαλάει μια ιστορία, μια αίσθηση χρόνου ή μοναξιάς. Συχνά νιώθω πως φωτογραφίζω πράγματα που πρόκειται να χαθούν — όχι για να τα διασώσω, αλλά για να τα αποχαιρετήσω.❞
Kάθε φωτογραφία σου νοιώθει κανείς ότι διηγείται και μια ιστορία. Ποια είναι η ιστορία που θα σου μείνει για πάντα αξέχαστη
Δε μπορώ να ξεχωρίσω μια μόνο ιστορία ή φωτογραφία που θα μείνει για πάντα αξέχαστη. Αυτό αλλάζει με τον χρόνο — όπως αλλάζω κι εγώ. Κάθε περίοδος της ζωής μου φέρνει στο προσκήνιο διαφορετικές εικόνες, άλλες στιγμές που με αγγίζουν.
Κάτι που κάποτε ένιωθα πολύ δικό μου, μπορεί τώρα να το βλέπω αλλιώς. Δεν είναι ότι χάνει τη σημασία του, απλώς εγώ έχω αλλάξει, έχω μετακινηθεί εσωτερικά. Νομίζω πως η φωτογραφία ακολουθεί αυτή τη διαδρομή — γίνεται καθρέφτης της εξέλιξής σου.
Οπότε, αν υπάρχει μια ιστορία που μένει αξέχαστη, είναι ίσως η ίδια η πορεία∙ το πώς μέσα από τις εικόνες μαθαίνω ξανά και ξανά να βλέπω — τον κόσμο, τους ανθρώπους και, τελικά, τον εαυτό μου.
Είναι ένας από τους σκοπούς σου να ανακαλύψεις την ομορφιά και αν ναι πως καταφέρνεις σε συνηθισμένα τοπία να προσθέσεις αυτή τη μοναδική μαγεία που έχουν οι φωτογραφίες σου;
Ναι, νομίζω πως ένας από τους βασικούς λόγους που φωτογραφίζω είναι για να ανακαλύψω την ομορφιά — αλλά όχι την “τέλεια”, ούτε την προφανή. Με ενδιαφέρει η ομορφιά που κρύβεται μέσα στο καθημερινό, στο φθαρμένο, στο σχεδόν αόρατο. Αυτή που υπάρχει για λίγο και μετά χάνεται.
Πιστεύω πως η μαγεία δεν βρίσκεται τόσο στο τοπίο όσο στο βλέμμα. Όταν κοιτάζεις κάτι με πραγματική παρουσία —όχι απλώς για να το αποτυπώσεις, αλλά για να το κατανοήσεις— τότε κάτι αλλάζει μέσα σου, κι αυτό αποτυπώνεται και στην εικόνα.
Προσπαθώ να φωτογραφίζω με έναν τρόπο που να αφήνει χώρο στο συναίσθημα, στο τυχαίο, στην ατέλεια. Νομίζω πως εκεί γεννιέται αυτό
Αγαπάς να φωτογραφίζεις τοπία δίνοντάς τους μια χροιά απόκοσμη. Ποια είναι η αφήγηση του έργου σου και γιατί οι άνθρωποι σπανίζουν στο έργο σου ή έρχονται σε δεύτερη μοίρα;
Νομίζω πως πάντα με γοήτευε αυτή η αίσθηση του “ενδιάμεσου” — όταν κάτι μοιάζει γνώριμο, αλλά έχει μέσα του μια σιωπή, μια απόσταση, κάτι λίγο απόκοσμο. Ίσως αυτό να είναι και η αφήγηση του έργου μου: μια προσπάθεια να αποτυπώσω εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο.
Οι άνθρωποι λείπουν συχνά από τις φωτογραφίες μου, όχι επειδή δεν με ενδιαφέρουν, αλλά γιατί η παρουσία τους υπάρχει με άλλους τρόπους. Στα ίχνη τους, στα τοπία που έχουν διαμορφώσει, στα σημάδια που αφήνουν χωρίς να το ξέρουν. Μου αρέσει αυτή η απουσία που κουβαλάει ιστορίες, σαν κάποιος να έχει μόλις φύγει από το κάδρο.
Κι όταν ένας άνθρωπος υπάρχει στη φωτογραφία, συνήθως τον τοποθετώ στο περιθώριο, σαν να είναι κι εκείνος μέρος του τοπίου. Δεν θέλω να κυριαρχεί, θέλω να συνυπάρχει. Ίσως γιατί κι εγώ έτσι αισθάνομαι — σαν μέρος του κόσμου, όχι στο κέντρο του.
❝ Πάντα με γοήτευε αυτή η αίσθηση του “ενδιάμεσου” — όταν κάτι μοιάζει γνώριμο, αλλά έχει μέσα του μια σιωπή, μια απόσταση, κάτι λίγο απόκοσμο. Ίσως αυτό να είναι και η αφήγηση του έργου μου: μια προσπάθεια να αποτυπώσω εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο.❞
Ποια έκθεση φωτογραφίας φώτισε την έμπνευσή σου και ποια δική σου έκθεση θεωρείς την σημαντικότερη; Θεωρείς πως μια έκθεση σε μουσείο έχει μεγαλύτερη ανταπόκριση στο κοινό;
Έχω δει πολλές εκθέσεις φωτογραφίας που με έχουν εμπνεύσει κατά καιρούς — κυρίως εκείνες που είχαν αλήθεια και προσωπικότητα, που δεν προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν, αλλά να πουν κάτι εσωτερικό. Κάθε φορά που έβλεπα μια τέτοια δουλειά, ένιωθα ξανά την ανάγκη να δημιουργήσω, να ψάξω πιο βαθιά τη δική μου ματιά.
Από τις δικές μου εκθέσεις, αυτή που κρατώ πιο έντονα είναι εκείνη που έκανα στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, με τίτλο «Ακάλυπτοι». Είχε κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα — ίσως γιατί για πρώτη φορά ένιωσα πως οι φωτογραφίες μου επικοινώνησαν αληθινά με τον κόσμο. Οι άνθρωποι στεκόντουσαν, κοιτούσαν, άφηναν κάτι να τους αγγίξει. Ήταν μια όμορφη, ήσυχη ανταλλαγή.
Όσο για το αν μια έκθεση σε μουσείο έχει μεγαλύτερη σημασία… νομίζω πως όχι απαραίτητα. Η αξία μιας έκθεσης δεν κρίνεται από τον χώρο όπου συμβαίνει, αλλά από το πόσα μάτια θα τη δουν, πόσες ψυχές θα σταθούν έστω για λίγο μπροστά της. Μπορεί μια μικρή, “σιωπηλή” έκθεση να αφήσει πολύ πιο δυνατό αποτύπωμα από μια λαμπερή παρουσία σε μουσείο. Αυτό που μετράει τελικά είναι η επαφή — το βλέμμα που συναντά το βλέμμα.
Tι ή ποιον ονειρεύεσαι να μπορούσες να φωτογραφίσεις;
Δεν ξέρω αν υπάρχει ένα συγκεκριμένο “ποιος” ή “τι” που ονειρεύομαι να φωτογραφίσω. Νομίζω περισσότερο με συγκινεί η ιδέα να μπορώ κάθε φορά να φωτογραφίζω κάτι που δεν έχω ακόμα κατανοήσει — μια νέα όψη του κόσμου, ή του εαυτού μου
Δώσε μας τον δικό σου ορισμό για την ομορφιά
Νομίζω πως η ομορφιά δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά το πώς βλέπουμε. Είναι εκείνη η στιγμή που σταματάς — έστω για λίγο — και κάτι μέσα σου ησυχάζει. Δεν χρειάζεται να είναι “ωραίο” με την εξωτερική έννοια· χρειάζεται μόνο να σε συγκινεί, να σου θυμίζει ότι είσαι ζωντανός.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και η ουσία της φωτογραφίας για μένα: να βρίσκω εκείνες τις μικρές, ήσυχες στιγμές όπου το καθημερινό μεταμορφώνεται — όχι επειδή αλλάζει το θέμα, αλλά επειδή αλλάζει το βλέμμα.
Είναι η τέχνη ένα μέσο για να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη;
Ναι, πιστεύω πως η τέχνη μπορεί να κάνει τη ζωή μας καλύτερη. Όχι γιατί τη στολίζει ή τη “γλυκαίνει”, αλλά γιατί μας ξυπνά. Μας κάνει να σταθούμε για λίγο, να νιώσουμε, να θυμηθούμε ποιοι είμαστε.
H συνέντευξη της Όλγας Δέικου δημοσιεύτηκε στο Momus Magazine No 4, έκδοση των Μοmus Museums.
Φωτογραφία Νικηφόρος Ντέμπος