Μίλησέ μας για την προσωπική ιστορία σου και πώς προέκυψε μια καλλιτεχνική διαδρομή γεμάτη αναφορές στον πολιτισμό.

Δεν είμαι βέβαιος ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα. Θυμάμαι τη μητέρα μου να έχει πάντα μαζί της μια Kodak και έναν γείτονα, τον κύριο Τόνι, που εμφάνιζε φιλμ κοντά στο ποδηλατάδικο του παππού μου στην Καλλιθέα. Στα δεκαέξι μου αγόρασα από εκείνον την πρώτη μου μηχανή με το χαρτζιλίκι μου. Παρ’ όλα αυτά, ακολούθησα τον ασφαλή δρόμο: σπούδασα ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Εδιμβούργο και εργάστηκα περίπου δέκα χρόνια ως μηχανικός.
Η φωτογραφία, όμως, καταλάμβανε σταδιακά όλο και περισσότερο χώρο στη ζωή μου. Είχα φτιάξει σκοτεινό θάλαμο στο σπίτι, μελετούσα την ιστορία της φωτογραφίας και φωτογράφιζα στα επαγγελματικά μου ταξίδια. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα πια να την αντιμετωπίζω ως χόμπι και ανακοίνωσα στη δουλειά μου ότι θα φύγω για να γίνω φωτογράφος, χωρίς να έχω ιδέα πώς ακριβώς θα βιοποριστώ.
Ο ελληνικός πολιτισμός προέκυψε αρχικά ως ένα πλούσιο θέμα που βρισκόταν κοντά μου και μου είχε λείψει τα χρόνια που ζούσα στο εξωτερικό. Στην πορεία έγινε φωτογραφική εμμονή.

Στο έργο σου αναγνωρίζει κανείς την ελληνική παράδοση, την οικογένεια, την Ελλάδα. Ποια είναι η δική σου θεώρηση απέναντί της και πώς αποτυπώνεται η ψυχή σου στον τρόπο που λειτουργείς ως φωτογράφος;

Δεν ξεκίνησα έχοντας ως αποστολή να υμνήσω την παράδοση ούτε θεωρώ ότι όλα αξίζουν αυτομάτως μόνο και μόνο επειδή είναι παλιά. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η σχέση των ανθρώπων με όσα κληρονόμησαν. Ένα πατρογονικό σπίτι ή μια φορεσιά που πέρασε από τέσσερις γενιές δεν είναι απλώς αντικείμενα· μεταφέρουν μνήμες, ευθύνη και ταυτότητα.
Δεν προσπαθώ συνειδητά να βάλω την «ψυχή» μου σε μια φωτογραφία. Μπαίνει αναπόφευκτα μέσα από τις επιλογές μου: το πρόσωπο, τον χώρο, το φως, όσα αφαιρώ και όσα αφήνω στο κάδρο. Ακόμη και μια φωτογραφία που μοιάζει αντικειμενική είναι πάντοτε η υποκειμενική εκδοχή του ανθρώπου που στεκόταν πίσω από τη μηχανή.

Έχοντας το έργο σου έναν ποιητικό χαρακτήρα, πώς διαμόρφωσες τη διαδρομή ώστε το αποτέλεσμα να σε δικαιώνει;

Ξεκινάς από κάτι που σε έλκει και η ίδια η δουλειά σού αποκαλύπτει σταδιακά τι πραγματικά αναζητάς.
Στη δική μου περίπτωση βοήθησαν πολύ οι περιορισμοί. Φωτογραφίζω ασπρόμαυρα, με φυσικό φως, με έναν φακό 28 χιλιοστών, χωρίς να περικόπτω την εικόνα και σχεδόν πάντοτε οριζόντια. Οι περιορισμοί δεν με στενεύουν· μου δίνουν ένα σταθερό πεδίο μέσα στο οποίο μπορώ να προχωρώ βαθύτερα. Ο ποιητικός χαρακτήρας, εφόσον υπάρχει, δεν είναι κάτι που προσθέτω εκ των υστέρων. Προκύπτει από τη σύνθεση, τον ρυθμό, τη σιωπή και από όσα επιλέγω να μη δείξω.

Μίλησέ μας για την έκθεσή σου στο Μουσείο Μαστίχας Χίου. Τι περιλαμβάνει και πώς διαμορφώθηκε;

Η έκθεση «Καρυάτις Δ | Χίος» περιλαμβάνει 36 ασπρόμαυρα έργα που δημιούργησα στη Χίο, με γυναίκες διαφορετικών γενεών και ενδυμασίες από 21 χωριά του νησιού. Οι φωτογραφίες έγιναν σε τοπία, μεσαιωνικούς οικισμούς, πατρογονικά σπίτια και ιστορικά κτίσματα, γιατί για μένα ο χώρος έχει την ίδια βαρύτητα με το πρόσωπο και την ενδυμασία.
Δεν έχω συναντήσει αλλού στην Ελλάδα τέτοια ποικιλομορφία φορεσιών σε έναν μόνο τόπο. Η παραγωγή υφασμάτων, το εμπόριο και η οικονομική ευμάρεια του νησιού επέτρεψαν στα χωριά να αναπτύξουν εντυπωσιακά διαφορετικές ενδυματολογικές ταυτότητες.
Η έκθεση αποτελεί συνέχεια της συνεργασίας μου με το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, η οποία ξεκίνησε στο Μουσείο Μετάξης στο Σουφλί, και θα παραμείνει στο Μουσείο Μαστίχας Χίου έως το τέλος του 2026.

Τι εισπράττεις από το κοινό που την έχει δει;

Είναι ακόμη νωρίς για μια συνολική αποτίμηση, καθώς η έκθεση μόλις άνοιξε. Αυτό που είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα εγκαίνια ήταν η αντίδραση των ίδιων των Χιωτών. Αναγνωρίζουν τις ενδυμασίες, τα χωριά και κάποιες φορές ακόμη και τα πρόσωπα, αλλά τα βλέπουν τοποθετημένα μέσα σε μια διαφορετική, σύγχρονη εικαστική αφήγηση.
Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό που μπορεί να συμβεί: κάποιος να αναγνωρίζει κάτι ως δικό του και ταυτόχρονα να το κοιτάζει σαν να το βλέπει πρώτη φορά. Οι επισκέπτες από άλλους τόπους, από την άλλη, εκπλήσσονται κυρίως από το πόση ποικιλία μπορεί να υπάρχει μέσα σε ένα μόνο νησί.

Υπάρχει μια ιστορία πίσω από κάθε φωτογραφία; Αν ναι, μίλησέ μας για κάποια από αυτές.

Υπάρχει πάντοτε μια ιστορία, ακόμη κι όταν δεν είναι ορατή στο τελικό κάδρο. Στην Κάλυμνο, για παράδειγμα, γνώρισα τον Δημήτρη, έναν πραγματικό σφουγγαρά που εξακολουθούσε να καταδύεται με σύγχρονο εξοπλισμό, αλλά διατηρούσε μια παλιά στολή με σκάφανδρο. Τον έπεισα να τη φορέσει για να τον φωτογραφίσω.
Η στολή ζύγιζε περίπου πενήντα κιλά. Είχαμε αρχικά σκεφτεί να φωτογραφίσουμε σε ένα ναυπηγείο, αλλά χρειαζόταν βοήθεια ακόμη και για να μετακινηθεί. Έτσι δημιουργήσαμε τη φωτογραφία κοντά στη σχολή του, προσαρμόζοντας την ιδέα στις πραγματικές συνθήκες. Η εικόνα μοιάζει αυτονόητη όταν τη βλέπεις ολοκληρωμένη, αλλά πίσω της υπάρχει μια τυχαία γνωριμία, επιμονή, πρακτικές δυσκολίες και η εμπιστοσύνη ενός ανθρώπου.

Ποια είναι η δική σου αγαπημένη φωτογραφία και γιατί;

Η αγαπημένη μου φωτογραφία αλλάζει, γιατί αλλάζει και η σχέση μου με το ίδιο μου το έργο. Μία εικόνα που με ακολουθεί, όμως, είναι η «Μεταφορά της προίκας» από την Όλυμπο Καρπάθου. Είναι ένα αυθόρμητο στιγμιότυπο από τη μεταφορά της προίκας του γαμπρού στο σπίτι της νύφης — η Όλυμπος είναι παραδοσιακά μητροτοπική κοινωνία, επομένως ο άνδρας μετακινείται στο σπίτι της γυναίκας.
Μέσα σε ένα μόνο κάδρο συνυπάρχουν η ανθρώπινη χειρονομία, η αρχιτεκτονική, η παράδοση και μια ελαφρώς υπερρεαλιστική αίσθηση. Ήταν επίσης η φωτογραφία που εκπροσώπησε την Ελλάδα στην έκθεση «Another Europe» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Αυστριακού Πολιτιστικού Φόρουμ στο King’s Cross του Λονδίνου.

Τι άλλο αγαπάς να φωτογραφίζεις;

Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος, αλλά εξίσου με ενδιαφέρουν οι χώροι, η αρχιτεκτονική, το τοπίο και τα αντικείμενα που μαρτυρούν ότι κάποιος έζησε εκεί. Τελευταία εξερευνώ και τη νεκρή φύση μέσα από το έργο «Χορός (Chorōs)», όπου προσπαθώ να ανακαλύψω τη μουσική και τον ρυθμό που μπορεί να κρύβει μια απλή σύνθεση αντικειμένων.
Παράλληλα, με ενδιαφέρει ολοένα περισσότερο η κινούμενη εικόνα. Δεν τη βλέπω ως εγκατάλειψη της φωτογραφίας, αλλά ως έναν διαφορετικό τρόπο να χειριστώ τα ίδια υλικά: τον άνθρωπο, τον τόπο, τον χρόνο και τη μνήμη.

Πόσο σημαντικό είναι στις μέρες μας να συναντιέσαι με ανθρώπους με τους οποίους μοιράζεσαι κοινή γλώσσα και αισθητική;

Είναι σημαντικό να συναντάς ανθρώπους που καταλαβαίνουν τι προσπαθείς να κάνεις, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να ξεκινάς την εξήγηση από το μηδέν. Από αυτές τις συναντήσεις μπορούν να προκύψουν συνεργασίες, ιδέες και μια αίσθηση ότι δεν εργάζεσαι στο κενό.
Δεν θεωρώ, όμως, απαραίτητο να συμφωνούμε σε όλα. Μια κοινή γλώσσα δεν σημαίνει κοινό γούστο ούτε αμοιβαία επιβεβαίωση. Οι πιο ενδιαφέρουσες συναντήσεις είναι συχνά εκείνες στις οποίες υπάρχει αρκετή συγγένεια για να επικοινωνήσεις και αρκετή διαφορά για να μετακινηθείς από τη θέση σου.

Με ποιον τρόπο η σκέψη σου εξελίσσεται σε σχέση με το έργο σου και τι ακολουθεί στα σχέδιά σου;

Η σκέψη μου δεν προηγείται πάντοτε του έργου. Συχνά φωτογραφίζω πρώτα και καταλαβαίνω αργότερα τι ήταν αυτό που αναζητούσα. Το «Ήθος» με οδήγησε στο «Καρυάτις», το «Καρυάτις» στη σκηνοθεσία, και αυτή με τη σειρά της στην κινούμενη εικόνα.
Αυτή την περίοδο ετοιμάζεται το μεγάλο φωτογραφικό βιβλίο του «Καρυάτις» από τις εκδόσεις Οξύ, ενώ συνεχίζεται η παρουσίαση του έργου μέσα από εκθέσεις. Παράλληλα αναπτύσσω το «Χορός» και αναζητώ μια προσωπική κινηματογραφική γλώσσα, μέσα από ταινίες και μεγαλύτερες οπτικές αφηγήσεις. Δεν θέλω το επόμενο βήμα να αποτελεί απλώς αλλαγή μέσου· θέλω να αποτελεί φυσική εξέλιξη της ίδιας ματιάς.

Μπαίνοντας σε έναν χώρο, τι προσέχεις πρώτα;

Το φως. Από πού έρχεται, πού σταματά, ποιες επιφάνειες αγγίζει και τι αφήνει στο σκοτάδι. Το φως είναι το μόνο στοιχείο που πραγματικά δημιουργεί μια φωτογραφία.
Αμέσως μετά παρατηρώ τη γεωμετρία του χώρου: τις γραμμές, τα ανοίγματα, τις σχέσεις των αντικειμένων και το πώς θα μπορούσε να σταθεί ένας άνθρωπος μέσα σε όλα αυτά. Δεν αντιμετωπίζω ποτέ τον χώρο ως απλό φόντο. Ο χώρος καθορίζει το πρόσωπο και το πρόσωπο αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον χώρο.

Τι σε κάνει να νιώθεις όμορφα σε έναν χώρο και τι σε εμπνέει;

Με ελκύουν οι χώροι που έχουν προσωπικότητα και ίχνη ζωής. Το φυσικό φως, οι σωστές αναλογίες, ένα αντικείμενο που βρίσκεται εκεί για κάποιον λόγο, η φθορά που δεν έχει καλυφθεί βιαστικά. Δεν με ενδιαφέρει απαραίτητα ένας άψογος ή πολυτελής χώρος. Συχνά ένας παλιός τοίχος, μια κουρτίνα ή ένα έπιπλο που έχει χρησιμοποιηθεί επί δεκαετίες μπορούν να έχουν μεγαλύτερη παρουσία.
Νιώθω όμορφα όταν ένας χώρος δεν προσπαθεί υπερβολικά να με εντυπωσιάσει. Όταν μου αφήνει χρόνο και χώρο να τον ανακαλύψω.

Πόση Ελλάδα υπάρχει στο έργο σου;

Ως θεματολογία, υπάρχει πάρα πολλή Ελλάδα. Ως αισθητική, όμως, ελπίζω το έργο να μην περιορίζεται γεωγραφικά. Δεν με ενδιαφέρει να αναπαράγω την αναγνωρίσιμη, τουριστική εικόνα της χώρας. Η Ελλάδα είναι το υλικό μου: οι άνθρωποι, οι τόποι, η αρχιτεκτονική, οι τελετουργίες και οι ενδυμασίες της.
Από εκεί και πέρα, οι φωτογραφίες μιλούν για πιο οικουμενικά πράγματα — τη μνήμη, την οικογένεια, την κληρονομιά, τον χρόνο και την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου. Θα ήθελα κάποιος που δεν γνωρίζει τίποτε για την Ελλάδα να μπορεί να σταθεί μπροστά σε μια εικόνα και να αισθανθεί ότι κάτι μέσα της τον αφορά.

Ποιο θα ήταν το απόσταγμα της σοφίας από τη μέχρι σήμερα διαδρομή σου;

Να ξεκινάς προτού αισθανθείς έτοιμος και να συνεχίζεις για πολύ περισσότερο απ’ όσο σου φαίνεται λογικό. Η έμπνευση είναι χρήσιμη, αλλά δεν μπορείς να βασιστείς πάνω της. Η συνέπεια, οι περιορισμοί και η αφοσίωση δημιουργούν τελικά τη δική σου γλώσσα.
Έμαθα επίσης ότι δεν χρειάζεται να περιμένεις κάποιον να σε ανακαλύψει. Πρέπει να δημιουργήσεις το έργο, να το υποστηρίξεις, να βρεις τον τρόπο να το παρουσιάσεις και να αποδεχθείς ότι μπορεί να αποτύχει. Το κοινό αναγνωρίζει σχεδόν ενστικτωδώς τη δουλειά που περιέχει πραγματικό προσωπικό κόστος.

Ποιο θα ήταν ένα dream project για σένα;

Θα ήθελα να δω ολόκληρο το «Καρυάτις» συγκεντρωμένο σε μία μεγάλη έκθεση περίπου διακοσίων έργων. Όχι απλώς ως μια σειρά φωτογραφιών κρεμασμένων στους τοίχους, αλλά ως μια ολοκληρωμένη εμπειρία με εικόνα, κείμενο, ήχο και κινούμενη εικόνα.
Ιδανικά, αυτή η έκθεση θα ξεκινούσε από έναν σημαντικό θεσμικό χώρο στην Ελλάδα και στη συνέχεια θα ταξίδευε σε μεγάλα μουσεία του εξωτερικού. Το dream project δεν είναι τόσο να πραγματοποιηθεί μία εντυπωσιακή εκδήλωση, αλλά να δημιουργηθεί ένα έργο με διάρκεια, το οποίο θα μπορεί να εκπροσωπεί τη σύγχρονη ελληνική πολιτιστική ταυτότητα διεθνώς.
Επίσης, θα ήθελα να αναπτύξω περισσότερο τις κινηματογραφικές μου ιδέες μέσα από το καινούργιο κανάλι μου στο YouTube, το οποίο ελπίζω να με οδηγήσει σε επόμενους δημιουργικούς στόχους.

Τρία μέρη που αγαπάς να επιστρέφεις και γιατί.

Δεν έχω στην πραγματικότητα τρία συγκεκριμένα μέρη στα οποία θέλω πάντα να επιστρέφω. Μου αρέσει να πηγαίνω παντού, ιδιαίτερα σε τόπους που δεν γνωρίζω ακόμη, γιατί το ενδιαφέρον βρίσκεται συνήθως στην ανακάλυψη.
Υπάρχουν, ωστόσο, μερικά μέρη με τα οποία έχω αναπτύξει πιο στενή σχέση. Η Όλυμπος της Καρπάθου είναι ένα από αυτά, επειδή η παράδοση παραμένει μέρος της καθημερινής ζωής. Η Χίος, γιατί κάθε χωριό έχει τη δική του αρχιτεκτονική και πολιτιστική ταυτότητα και εξακολουθώ να ανακαλύπτω καινούργια πράγματα. Και η Μακεδονία, στην οποία αγαπώ να ταξιδεύω τον χειμώνα και την περίοδο των Χριστουγέννων, όταν ζωντανεύουν πολλά από τα πιο ιδιαίτερα έθιμα και δρώμενα της Ελλάδας.

Ποιος είναι ο δικός σου ορισμός για την ομορφιά;

Ομορφιά είναι μια μορφή τάξης που αφήνει μέσα της κάτι ανεξήγητο. Αν όλα είναι τέλεια, συμμετρικά και αμέσως κατανοητά, συνήθως χάνω γρήγορα το ενδιαφέρον μου. Χρειάζομαι μια μικρή αστοχία, μια αντίφαση ή κάτι που δεν αποκαλύπτεται πλήρως.
Στη φωτογραφία, ομορφιά είναι όταν όλα τα στοιχεία μιας εικόνας μοιάζουν να βρίσκονται στη μοναδική δυνατή θέση τους, αλλά η εικόνα εξακολουθεί να μη σου εξηγεί ακριβώς γιατί σε αφορά. Σε κρατά μπροστά της λίγο περισσότερο από όσο είχες υπολογίσει.

Τι θεωρείς αυθεντικό στις μέρες μας;

Αυθεντικό θεωρώ ό,τι δεν κατασκευάζεται με κύριο σκοπό να μοιάζει αυθεντικό. Έναν άνθρωπο που δεν αισθάνεται την ανάγκη να επιτελεί συνεχώς μια εκδοχή του εαυτού του, ένα σπίτι που διαμορφώθηκε από τη ζωή και όχι από μια τάση, μια παράδοση που εξακολουθεί να έχει πραγματική λειτουργία για την κοινότητά της.
Στην τέχνη, αυθεντικότητα δεν σημαίνει ότι πρέπει να επινοήσεις κάτι που δεν έχει υπάρξει ποτέ — σχεδόν όλα έχουν ήδη ειπωθεί. Σημαίνει να είσαι ειλικρινής ως προς αυτά που πραγματικά σε απασχολούν και να τα υπηρετήσεις αρκετά επίμονα, ώστε το αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανήκει εύκολα σε κάποιον άλλον.

Author