Έχετε μια λαμπερή πορεία και, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έχετε καταφέρει να καθιερωθείτε ως μια ταλαντούχα δημιουργός που μας εκπλήσσει συνεχώς. Ποια βήματα θεωρείτε τα πιο καθοριστικά σε αυτή τη διαδρομή;
Είναι πολύ ευγενικό αυτό που λέτε! Νομίζω πως το πιο καθοριστικό βήμα στην καριέρα μου ήταν να μάθω να αφήνω τον θόρυβο απ’ έξω. Ζούμε σε μια κουλτούρα εμμονής με τη σύγκριση, ποιος κάνει τι, ποιος προηγείται, ποιος «κερδίζει». Εγώ έχω πετύχει επειδή ακολουθώ το ένστικτό μου και παίρνω ρίσκα. Δεν φοβάμαι την αποτυχία ούτε την έλλειψη οικονομικής σταθερότητας. Απλώς συνεχίζω.
Η καριέρα μου δεν εξελίχθηκε βάσει ενός αυστηρού σχεδίου. Οι ευκαιρίες ήρθαν επειδή ήμουν πρόθυμη να κάνω άλματα και να αγκαλιάσω την αλλαγή. Είμαι επιχειρηματίας από τη φύση μου, το ρίσκο κυλά στο αίμα μου. Τη στιγμή που σταματάς να νοιάζεσαι για το τι κάνουν όλοι οι άλλοι, μπορείς επιτέλους να ακούσεις τη δική σου φωνή.
Μιλήστε μας για τους δύο πυλώνες της επαγγελματικής σας ζωής: το agency hospitality PR και το Anthologist
Η AMPR Global είναι το θεμέλιο. Η φιλοξενία είναι ο χώρος όπου έμαθα να «διαβάζω» τους χώρους συναισθηματικά και να αντιλαμβάνομαι την ψυχή ενός ξενοδοχείου πριν ακόμη μπορέσει κάποιος να την περιγράψει με λόγια. Έχω ζήσει σε ξενοδοχεία, έχω ονειρευτεί μέσα σε αυτά, έχω αγαπήσει μέσα σε αυτά και έχω χτίσει ιστορίες γι’ αυτά πολύ πριν το «storytelling» γίνει τάση. Για τρεις δεκαετίες, βοηθώ τα ξενοδοχεία να εκφράσουν όχι μόνο τι προσφέρουν, αλλά γιατί έχουν σημασία. Όσα το κατανοούν αυτό, πετυχαίνουν.
Το Anthologist ήρθε αργότερα, στη μέση της πανδημίας, όταν τα έσοδα του PR κατέρρευσαν από τη μια μέρα στην άλλη. Έκανα λοιπόν αυτό που κάνω πάντα: δημιούργησα έναν καινούργιο κόσμο. Λατρεύω την αλλαγή! Μετέτρεψα το υπόβαθρό μου και την άτυπη εκπαίδευσή μου στις διακοσμητικές τέχνες, την εμμονή μου με το χειροποίητο και την αγάπη μου για την Ελλάδα σε ένα brand που αρνείται να είναι digital-first, διαμορφωμένο από αλγόριθμους ή προβλέψιμο. Το Anthologist είναι αναλογικό, απτικό, λίγο προκλητικό. Υποθέτω, λίγο σαν εμένα! (γέλια)
Ο ένας πυλώνας είναι η στρατηγική, ο άλλος η ψυχή. Μαζί με κρατούν ισορροπημένη και συχνά ελαφρώς εκτός ισορροπίας, με τον πιο συναρπαστικό τρόπο.
Τι σας οδήγησε στη δημιουργία του Anthologist και της ιδιαίτερης συλλογής αντικειμένων του; Ποιος είναι ο κεντρικός άξονας των επιλογών σας;
Σχεδίαζα και επιμελούμουν ένα ελληνικό εστιατόριο στο Ντουμπάι, μέχρι και την vintage ξύλινη καρέκλα της Σκύρου, όταν ξέσπασε η πανδημία και το project πάγωσε. Όμως στη διαδικασία συνειδητοποίησα ότι υπήρχε ένα κενό ανάμεσα σε αυτό που κάνουν οι αρχιτέκτονες και οι interior designers και σε αυτό που εγώ έφερνα φυσικά σε έναν χώρο. Γι’ αυτό είχα προσληφθεί εξαρχής. Συνεργαζόμουν με ένα από τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά γραφεία του κόσμου για έναν από τους μεγαλύτερους ξενοδοχειακούς ομίλους, αλλά εγώ δημιουργούσα την ψυχή.
Εκείνοι διαχειρίζονταν τη δομή· εγώ διαμόρφωνα όσα οι άνθρωποι νιώθουν πραγματικά: την αφήγηση της ιδέας, τα φινιρίσματα, τα αντικείμενα, τους πολιτισμικούς κώδικες, την ατμόσφαιρα, τη συναισθηματική θερμοκρασία.
Το Anthologist ήταν μια ενστικτώδης απάντηση σε αυτό το χαμένο επίπεδο του design, στο σημείο όπου η εμμονή μου με την ατμόσφαιρα συναντά την αγάπη μου για τα αντικείμενα, τους τεχνίτες και τις μικρές λεπτομέρειες.
Μεγαλώνοντας μέσα στα ταξίδια, πέρασα τη ζωή μου ανάμεσα σε δημιουργούς, εργαστήρια, αγορές. Η μητέρα μου με τραβούσε σε πίσω σοκάκια στην Καραϊβική για να βρει έναν τεχνίτη, και κουβάλησα αυτή τη ματιά και στην ενήλικη ζωή μου. Με τον καιρό συνειδητοποίησα ότι είχα χτίσει ένα δίκτυο τεχνιτών και αντικειμένων που άξιζαν μια πιο συνειδητή «στέγη». Το Anthologist ήταν απλώς το επόμενο φυσικό βήμα.
Όσο για τον κεντρικό άξονα, δεν έχω και δεν πιστεύω ότι χρειάζεται. Με ελκύει η ευφυΐα των υλικών, τα αντικείμενα που είναι καλοφτιαγμένα και βαθιά ριζωμένα στον πολιτισμό τους. Με ελκύει και η ατέλεια· μας κρατά ειλικρινείς απέναντι στη ζωή.
Η συλλογή κινείται από το ελληνικό φυσητό γυαλί στα υφάσματα και στα κοσμήματα, γιατί δεν βλέπω τις τέχνες ως ξεχωριστές. Στον κόσμο του στούντιο, όλα συνδέονται: χρώμα, βάρος, υφή, αναλογία. Αυτό που μετρά είναι ο χαρακτήρας και ο σκοπός.
Αν ένα αντικείμενο κερδίσει τη θέση του στο Anthologist, είναι επειδή αντέχει στον έλεγχο. Έχει παρουσία και ακεραιότητα. Είναι πολύτιμο με έναν ήσυχο τρόπο· δεν χρειάζεται να φωνάξει για να το προσέξεις. Οι περισσότεροι πελάτες μου δεν έρχονται επειδή χρειάζονται κάτι, είναι συλλέκτες ή γίνονται συλλέκτες μόλις μπουν στον κόσμο μου.
Η παράδοση και το χειροποίητο αποτελούν μέρος της αναζήτησής σας. Τι νέο υπάρχει στις τρέχουσες αναζητήσεις σας;
Το χειροποίητο είναι η ραχοκοκαλιά του Anthologist, είτε οι δημιουργοί είναι Έλληνες, είτε από τη Σρι Λάνκα, τη Δομινικανή Δημοκρατία, τη Σάντα Λουτσία, το Μεξικό ή την Αίγυπτο. Αναζητούμε τεχνίτες που διατηρούν τη γενεαλογία της τέχνης τους, αλλά την εξελίσσουν.
Όταν μετακόμισα στην Ελλάδα το 2013, οι Έλληνες δεν ήθελαν να αγοράζουν ελληνικά. Αυτό με γοήτευσε, γιατί ως ξένη, τα πάντα εδώ μου φαίνονταν ποιητικά και σχεδόν ιερά. Χρόνια μετά, τα ίδια αυτά στοιχεία επανανακαλύπτονται και γιορτάζονται από τους ίδιους τους Έλληνες. Φυσικά, το παλιό γίνεται ξανά νέο, αλλά χαίρομαι που μπορώ να συμβάλω σε αυτή την αναγέννηση.
Τι νέο έρχεται; Ready-to-wear, fine jewelry, περισσότερα έπιπλα, αντικείμενα αντίκας. Πάντα έχω πάνω από 20 προϊόντα σε ανάπτυξη ταυτόχρονα, κάτι που τρελαίνει όλη μου την ομάδα.
Μιλήστε μας για τη ζωή σας στην Αθήνα και την Πάρο
Η ζωή μου στην Αθήνα είναι πιο ήσυχη απ’ όσο φαντάζονται. Κάθε πρωί ξεκινά το ίδιο: το διπλό espresso μου, παραγγελμένο τηλεφωνικά στα σπαστά ελληνικά μου από το Acropolis Coffee Dive, φτάνει από τον Κώστα ή τον Πάνο, τους ανεπίσημους φύλακες της ψυχικής μου ισορροπίας. Μιλάμε για τη ζωή, καμιά φορά ο Πάνος τραγουδά. Αν έχω χρόνο, ανεβαίνω στον λόφο του Φιλοπάππου. Έγινε τελετουργία στην πανδημία, το κουμπί επαναφοράς μου.
Οι μέρες μου μοιράζονται ανάμεσα στο Anthologist και την AMPR Global. Μου αρέσει αυτή η ένταση. Περνώ ώρες στο WhatsApp με τεχνίτες, ξεκινώντας από τις πιο μακρινές ζώνες ώρας. Όταν χρειάζομαι αλλαγή οπτικής, πηγαίνω στο showroom στην Πλατεία Βάθης. Εκεί βλέπω πώς συμπεριφέρονται οι ιδέες όταν γίνονται φυσικά αντικείμενα. Είμαι εμμονική με το merchandising. Έχουμε πολλούς επισκέπτες με ραντεβού και μου αρέσει να τους συστήνω στον κόσμο μας.
Η Πάρος παραμένει στην τροχιά μου χάρη στα καταστήματα Anthologist στο Parīlio και στο Cosme, αλλά δεν διατηρώ πια σπίτι εκεί. Όταν τρέχεις επιχειρήσεις σε νησί, η έννοια του «εξοχικού» γίνεται ουτοπική. Πέρασα ένα καλοκαίρι ζώντας στο Parīlio — οπότε μάλλον επιστρέφω στο να ζω σε ξενοδοχεία!
Φέτος, η τροχιά μεγαλώνει: ανοίγουμε boutique στη Μήλο τον Ιούνιο με το νέο ξενοδοχείο του Empiria Group και έρχεται ένα μεγάλο νέο project στην Αθήνα.
Ανάμεσα στην πόλη, τα νησιά και τη δουλειά, η ζωή μου μοιάζει ρυθμισμένη: γειωμένη εκεί που πρέπει, ανοιχτή όπου μπορεί. Ταξιδεύω πολύ και το λατρεύω, αλλά αγαπώ και την επιστροφή στο σπίτι.
Πώς σας βοήθησε το άνοιγμά σας στη διεθνή αγορά; Τι feedback λαμβάνετε από το εξωτερικό σε σχέση με την Ελλάδα;
Πάντα ζούσα παγκόσμια. Οι πελάτες, οι συλλέκτες και οι συνεργάτες μου είναι παντού, οπότε δεν λειτουργώ μέσα από έναν μόνο φακό. Οι διεθνείς επισκέπτες μας αναζητούν συνειδητά. Είναι ταξιδιώτες της τέχνης και του design. Καταλαβαίνουν αμέσως το Anthologist και αγοράζουν με πρόθεση.
Οι Έλληνες τώρα μας ανακαλύπτουν και το feedback με διασκεδάζει πολύ. Έρχονται περιμένοντας κάτι και βρίσκουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Λατρεύω τη στιγμή που ανεβαίνουν τις σκάλες από την χαοτική Πλατεία Βάθης και λένε: «Δεν το περίμενα αυτό καθόλου». Το ακούω συνέχεια και το απολαμβάνω.
Τι διαφορετικό φέρνουν οι νέες συλλογές; Ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σας;
Άμεσα, φεύγω για Τζαμάικα για ένα reset στο Jakes — ένα ξενοδοχείο bohemian με την αυθεντική έννοια της λέξης. Οι Henzell, και ειδικά η Sally Henzell, ενσαρκώνουν απόλυτα αυτό το πνεύμα. Θα είμαι εκεί με τον πιο κοντινό μου φίλο, τον Peter Wesley Brown. Έχουμε διασχίσει ηπείρους μαζί, και η επιστροφή στην Καραϊβική μαζί του μοιάζει πάντα με επιστροφή σε ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Οι νέες συλλογές περιλαμβάνουν ready-to-wear batik από έναν παραγωγό της Σρι Λάνκα από τη δεκαετία του ’70. Η μητέρα μου φορούσε batik φορέματα όταν ήμουν παιδί, είναι ένα ερωτικό γράμμα στην παιδική μου ηλικία.
Και ναι, ένας νέος χώρος στην Αθήνα. Η πόλη βρίσκεται στο κατώφλι της πιο συναρπαστικής της περιόδου και είμαι περήφανη που μπορώ να συμβάλω σε αυτή την ιστορία.
Ποια αντικείμενα αγαπάτε περισσότερο;
Την Anthologist Ark, τη συλλογή μας με λούτρινα. Έχουν τη δική τους μυθολογία. Είναι χαρούμενα, παιχνιδιάρικα, λίγο εκκεντρικά. Ελπίζω να θυμίζουν στους ανθρώπους ότι η ζωή δεν χρειάζεται πάντα να είναι τόσο σοβαρή.
Ποιος σας βοηθά να εξελίσσεστε επαγγελματικά και δημιουργικά;
Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου οι γυναίκες ήταν βαθιά δημιουργικές. Η μητέρα μου, η Στέλλα, είναι ακόμη interior designer στα 85 της και συλλέγει θησαυρούς από παιδί, χάρη στον πατέρα της που εργαζόταν στα μηχανοστάσια πετρελαιοφόρων κατά τη διάρκεια των Πολέμων της Κορέας και του Βιετνάμ. Της έφερνε πορσελάνες Satsuma, βάζα από νεφρίτη, μικρά αντικείμενα που μπορούσε να μεταφέρει εύκολα, αλλά και κομμάτια που διαμόρφωσαν το βλέμμα της πριν καν αποκτήσει λέξεις για να περιγράψει την ομορφιά. Αυτό το ένστικτο το πέρασε απευθείας σε εμένα.
Όταν ήμουν παιδί, κάναμε μία ετήσια διακοπή στην Καραϊβική, χάρη στο ακαδημαϊκό έργο του πατέρα μου. Βοηθούσε να φτάσουν βιβλία σε σχολεία και οι πρώτοι παγκόσμιοι χάρτες σε τάξεις. Έγραφε προγράμματα σπουδών για τον αλφαβητισμό. Και η μητέρα μου, η Στέλλα, χρησιμοποιούσε αυτά τα ταξίδια με τον δικό της τρόπο. Κατέβαινε από το αεροπλάνο και ρωτούσε αμέσως: «Τι πρέπει να αγοράσω εδώ;» ή «Ποιος φτιάχνει σπουδαία κεραμικά;». Κάποια παιδιά πήγαιναν για σκι ή στην παραλία. Εγώ έκανα μάθημα ανθρωπολογίας. Ο προπάππους της ήταν κοσμηματοποιός στην Αρμενία στα τέλη του 19ου αιώνα και αυτή η κληρονομιά του στολισμού διατρέχει την οικογένειά μας. Φτιάχνουμε κοσμήματα μαζί εδώ και δεκαετίες.
Η θεία μου, η Mary, από τους πρώτους εμπόρους αντικών στην Αμερική, με εκπαίδευσε κυριολεκτικά στο πεδίο. Κάθε Κυριακή πηγαίναμε «στο χωράφι», στον πάγκο της στη λαϊκή αγορά της δυτικής Μασαχουσέτης, όπου έμαθα να αναγνωρίζω την ποιότητα, τη σπανιότητα και τη λεπτή νοημοσύνη των αντικειμένων. Στο λύκειο ήμουν υπεύθυνη props για τις θεατρικές μας παραστάσεις, κάνοντας «επιδρομές» στις συλλογές της μητέρας μου και της θείας Mary για τα καλά κομμάτια. Αυτή ήταν η σχολή design μου.
Η γιαγιά μου, η Rose, ήταν τσαγκάρισσα. Η κουζίνα της μύριζε πάντα δέρμα και μου έφτιαχνε κασετίνες και θήκες για κοσμήματα από υπολείμματα. Μου έμαθε ότι αν κάτι δεν υπάρχει, μπορούμε απλώς να το φτιάξουμε μόνοι μας — μια φιλοσοφία που εφαρμόζω καθημερινά με τους τεχνίτες.
Και παρότι η μητέρα του πατέρα μου, η Βασιλική, πέθανε όταν ήμουν μικρή, γνώριζα την ιστορία της: ήρθε μόνη της από την Ελλάδα στα 15 της και δούλεψε σε υφαντουργείο στο Λόουελ της Μασαχουσέτης. Τώρα που ζω στην Ελλάδα και εργάζομαι με υφάσματα, νιώθω ότι συνεχίζω κάτι που εκείνη δεν είχε τα μέσα να ακολουθήσει.
Ο πατέρας μου με δίδαξε κάτι εξίσου σημαντικό: πώς να «διαβάζω» τον κόσμο μέσα από τα αντικείμενα. Ήταν ιστορικός και κοινωνικός επιστήμονας και προσέγγιζε τον υλικό πολιτισμό ως τεκμήριο. Έγραφε βιβλία για το πώς τα ίχνη αποκαλύπτουν πώς ζούσαν, σκέφτονταν και μετανάστευαν οι άνθρωποι. Αυτή η οπτική διαμόρφωσε το Anthologist πολύ περισσότερο απ’ όσο φαντάζονται οι περισσότεροι.
Και φυσικά, οι τεχνίτες μου σε όλο τον κόσμο συνεχίζουν αυτή την εκπαίδευση. Είναι εκείνοι που μετατρέπουν τα σκίτσα μου (άλλοτε ευφυή, άλλοτε υπεραισιόδοξα) σε πραγματικότητα. Με προκαλούν, με εξελίσσουν και μου θυμίζουν καθημερινά ότι το χειροποίητο είναι συνεργασία. Είναι οι πραγματικοί ήρωες εδώ.
Εξελίσσομαι γιατί όλη μου η ζωή υπήρξε μια μακρά μαθητεία — στην οικογένεια, στον πολιτισμό και στους δημιουργούς μου.
Ποια επιτεύγματα κρατάτε πιο κοντά στην καρδιά σας;
Τα πιο σημαντικά επιτεύγματα δεν είναι τα προφανή — ούτε τα καταστήματα, ούτε οι συλλογές, ούτε η προβολή. Αυτό που μετρά περισσότερο είναι το αίσθημα ότι ανήκω σε μια συνέχεια ανθρώπων που κατανοούσαν τα αντικείμενα, τα υλικά και το νόημα πολύ πριν εγώ διαμορφώσω την πρώτη μου σχεδιαστική σκέψη.
Η μητέρα μου, η γιαγιά μου και η θεία μου μου άνοιξαν κόσμους μέσα από όσα έφτιαχναν, συνέλεγαν και εκτιμούσαν. Το Anthologist μοιάζει με προέκταση όλων όσων μου δίδαξαν: τη σημασία της χειροποίητης εργασίας, τη δύναμη της συνειδητής συλλογής, την πεποίθηση ότι τα αντικείμενα μεταφέρουν ιστορίες από γενιά σε γενιά.
Από τον πατέρα μου κληρονόμησα την πειθαρχία του πλαισίου και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσε τον υλικό πολιτισμό για να διδάξει κοινωνικές επιστήμες. Το Anthologist είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα, απλώς μέσα από ένα διαφορετικό μέσο. Ελπίζω να βοηθώ τους ανθρώπους να εκτιμούν τα αντικείμενα όχι μόνο ως όμορφα πράγματα, αλλά ως φορείς πολιτισμού και κληρονομιάς. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα.
Μια ιστορία που δεν θα ξεχάσετε ποτέ
Είναι η ιστορία του προπάππου της μητέρας μου, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τις σφαγές των Χαμιδιανών το 1895. Η οικογένειά μας δεν γνώριζε καν αυτό το κομμάτι της ιστορίας μέχρι που ένας κοσμηματοποιός στη Βοστώνη μας το αποκάλυψε τη δεκαετία του ’80. Η κόρη του διέφυγε με κοσμήματα κρυμμένα στα μαλλιά της, χωρίς τίποτε άλλο. Αυτά τα κομμάτια έγιναν αργότερα το σωσίβιο της οικογένειας· πούλησε τα περισσότερα για να επιβιώσει στη Μεγάλη Ύφεση. Είναι μια ιστορία που διαμόρφωσε την αντίληψή μου για την κληρονομιά, την αντοχή και το τι επιλέγουμε να μεταφέρουμε στο μέλλον.
Ένα dream project
Το 2024 είχα ένα απολύτως dream project: μου ζητήθηκε να αναλάβω την ανακαίνιση του East Winds resort στο νησί St. Lucia της Καραϊβικής. Οι ιδιοκτήτες ήταν πελάτες στο Cosme και αγόραζαν από το Anthologist καθημερινά. Το Bloomberg δημοσίευσε ένα άρθρο για μένα το καλοκαίρι του 2023, το διάβασαν και μου ζήτησαν πρόταση επιτόπου. Το project αυτό μου χάρισε τεράστια νοσταλγία — ήταν σαν να ξαναδημιουργώ την παιδική μου ηλικία στην Καραϊβική. Και το ολοκληρώσαμε σε πεντέμισι μήνες, κάτι που στη φιλοξενία αγγίζει τη μαγεία. Αυτό που με κάνει πιο περήφανη είναι ότι σχεδόν το 70% της δουλειάς παρέμεινε στην Καραϊβική. Τι όνειρο!
Όταν μπαίνετε σε έναν χώρο, τι προσέχετε πρώτο;
Το φως. Πάντα. Είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρώ. Έχω φτάσει στο σημείο να ξεβιδώνω λάμπες σε δωμάτια ξενοδοχείων και να τις πηγαίνω στη ρεσεψιόν λέγοντας ευγενικά: «Αυτό δεν λειτουργεί για μένα». Ο κακός φωτισμός μπορεί να καταστρέψει και τον καλύτερο σχεδιασμό.
Η μουσική έρχεται δεύτερη. Είναι απίστευτο πόσοι χώροι την κάνουν λάθος. Ο πιο γρήγορος τρόπος να «σκοτώσεις» έναν χώρο είναι με ατελείωτες διασκευές. Δεν αντέχω άλλη ψιθυριστή ακουστική εκδοχή pop τραγουδιού. Η ατμόσφαιρα είναι όργανο — και οι περισσότεροι υποτιμούν το πώς παίζεται.
Τρία μέρη που αγαπάτε να επιστρέφετε
Τρία είναι αδύνατο! Το Μεξικό, η Αίγυπτος και η Καραϊβική με τραβούν πάντα πίσω. Λατρεύω τη Σρι Λάνκα και φυσικά την Αθήνα.
Όμως το μέρος στο οποίο επιστρέφω συχνότερα δεν είναι γεωγραφικό: είναι να κάθομαι με τη μητέρα μου και να ξεφυλλίζουμε τεύχη του Architectural Digest της δεκαετίας του ’70. Έχει μια βιβλιοθήκη που ξεκινά από τα ’60s. Είναι το ανεπίσημο σεμινάριο design μας — και ο καλύτερος τρόπος να «επαναφέρω» το βλέμμα μου.
Τι θα ευχόσασταν να έχετε τέτοια εποχή του χρόνου;
Χρόνο.
Ο ορισμός της ομορφιάς για εσάς
Η ομορφιά είναι η ειλικρίνεια. Όταν κάτι ή κάποιος προσπαθεί υπερβολικά, χάνει τη δύναμή του.
Τι θεωρείτε αυθεντικό σήμερα;
Όποιον σταματά να ανταγωνίζεται και αρχίζει να ακούει τον εαυτό του. Κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά τι κάνουν οι άλλοι. Ούτε εσύ θα έπρεπε.
Αν σχεδιάζατε κάτι για το TheAuthentics.gr, τι θα ήταν;
Ένα τελετουργικό αντικείμενο. Κάτι με ιεροτελεστικό χαρακτήρα. Αν χρησιμοποιείς κάτι κάθε μέρα, γίνεται κομμάτι σου — και δεν είναι αυτό η αυθεντικότητα;
Μια ευχή για το 2026
Οι άνθρωποι να βγουν από την κουλτούρα της σύγκρισης και να μπουν στον δικό τους σκοπό. Η ζωή δεν είναι αγώνας δρόμου.