Ξεκινάει την αφήγησή της από πολύ παλιά, μια και στον τόπο η ιστορία είναι κάτι που την αφουγκράζεσαι σε κάθε γωνιά του, όπως ακριβώς και στο Μετόχι. Που ακόμη και σήμερα, διατηρεί αναλλοίωτη αυτή τη γοητεία αιώνων που σου κλέβει την καρδιά, σαν ερωτικό σκίρτημα, με την πρώτη ματιά.
H περιοχή στα Χανιά της Κρήτης με το ιδιαίτερο μικροκλίμα της, είναι εδώ και αιώνες ένας ιδανικός τόπος για να ζει κανείς και να απολαμβάνει τους καρπούς μιας ευλογημένης γης. Σε τέτοιο βαθμό που μπορεί και λειτουργεί αυτόνομα, προσφέροντας ένα μεγάλο ποσοστό αυτάρκειας στους κατοίκους της.
Γύρω στο 1204 οι Ενετοί κατέλαβαν το νησί, το οποίο βίωσε την Ενετοκρατία για τα επόμενα 465 χρόνια. Στη διάρκεια αυτή, κατασκευάστηκε ένα μεγάλο μέρος των κτισμάτων στο σήμερα ονομαζόμενο παλιό λιμάνι της πόλης, από όπου οι Ενετοί εξορμούσαν για τις εμπορικές δραστηριότητές τους στη Μεσόγειο. Την ίδια εποχή χτίστηκε και μια σειρά από εξοχικές κατοικίες στον κάμπο της πόλης των Χανίων με πλούσιους κήπους, οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις συνδυάζονταν με καλλιέργειες ελιάς αλλά και εσπεριδοειδών που εκείνοι έφεραν πρώτοι στην Κρήτη.
To Μετόχι Κινδελή υπολογίζεται ότι χτίστηκε γύρω στο 1580 και ήταν ένα από τα 30 περίπου παρόμοια κτίσματα του κάμπου που δημιουργήθηκαν σαν εξοχικές κατοικίες από οικογένειες Ενετών ευγενών για να παραθερίζουν.
Την εποχή της πτώσης της Κρήτης στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όλες οι ενετικές κατοικίες μετατράπηκαν σε Μετόχια, ένας όρος που στη δυτική Κρήτη χαρακτηρίζει τα ενετικά κτίσματα που μετατράπηκαν σε αγροκτήματα ή και τα αμιγώς οθωμανικά αγροκτήματα που λειτουργούσαν με το μοντέλο της συμμετοχικής καλλιέργειας.
Σε αυτά, οι εργάτες γης στεγάζονταν σε σπίτια που κατασκευάστηκαν ειδικά για αυτούς, συνήθως σε περιμετρική διάταξη στην κεντρική αυλή της κατοικίας των ιδιοκτητών.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το Μετόχι Κινδελή ήρθε στην κατοχή ενός Πασά οπότε και μετά την προσθήκη των βοηθητικών κτισμάτων που στέγαζαν το εργατικό προσωπικό, λειτούργησε για πρώτη φορά σαν εμπορικό αγρόκτημα. Στη διάρκεια των μετακινήσεων πληθυσμών μετά την εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάνης, πολλά Μετόχια ανταλλάχθηκαν. Ωστόσο το συγκεκριμένο Μετόχι είχε ήδη αγοραστεί το 1912 από την οικογένεια των προπάππων της Δανάης και Κύνθιας Κινδελή, έναν Κρητικό και μία Κωνσταντινουπολίτισσα, που ως τότε έμεναν στην Πόλη, αλλά αποφάσισαν να συνεχίσουν τη ζωή τους στα Χανιά.
Η προγιαγιά Βικτωρία Κυριακού ήταν μια πολύ δυναμική γυναίκα που αρχικά δεν ήθελε να εγκαταλείψει το σπίτι της στην Πόλη, καθώς σαν κόρη του γιατρού του σουλτάνου, είχε μια άνετη ζωή όπου και σαν συγγραφέας θεατρικών έργων, κινούνταν στους λόγιους κύκλους της Πόλης και της ελληνικής γραμματείας.
Η αγροτική Κρήτη της εποχής ήταν μια μεγάλη αλλαγή για εκείνη, σύντομα ωστόσο ανέλαβε τη διοίκηση του αγροκτήματος εξ ολοκλήρου και το μετέτρεψε στην βασική πηγή εσόδων για την οικογένεια. Έτσι, συνέχισε να διοικεί το αγρόκτημα μέχρι τη δεκαετία του ’70 με τη βοήθεια της κόρης της Ευφροσύνης, έως ότου το ’75 ο εγγονός της Μανόλης Κινδελής, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές γεωπονικής στην Ιταλία, ανέλαβε ο ίδιος.
Ήταν λοιπόν στα μέσα της δεκαετίας του 1970, που ο Μανόλης μαζί με συμφοιτητές φίλους του, αναζητώντας νέες καλλιέργειες που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν στην περιοχή των Χανίων έφεραν το αβοκάντο στην Ελλάδα. Στην αρχή ξεκίνησαν πειραματικά με την Καλιφορνέζικη ποικιλία hass, που συνεχίζει να είναι η πιο διάσημη παγκοσμίως, και σύντομα διαπίστωσαν ότι το αβοκάντο στον κάμπο των Χανίων, σε αντίθεση με τα περισσότερα μέρη του κόσμου, είναι μια αειφόρος καλλιέργεια. Το μικροκλίμα με τις αυξημένες βροχοπτώσεις κατά τους χειμερινούς μήνες και την υγρασία, βοήθησε πολύ, με αποτέλεσμα μετά από κάποια χρόνια να πειραματιστούν φυτεύοντας και άλλες ποικιλίες. Σήμερα, στο Μετόχι Κινδελή η παραγωγή αβοκάντο γιγαντώθηκε, καλλιεργούνται έξι ποικιλίες ώστε να καλύπτουν σε καρποφορία όλη τη διάρκεια του χρόνου, ενώ στον κάμπο των Χανίων ευδοκιμούν συνολικά δέκα διαφορετικές ποικιλίες.
Η παραγωγή πλέον μοιράζεται σε όλες τις εποχές και καλύπτει όχι μόνο τις ανάγκες του νησιού αλλά και κάποιες εξαγωγές. Παράλληλα, κατά τη δεκαετία του ’80 και μέχρι τα μέσα του ’90, το μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης ήταν οι φράουλες, ένα αρκετά ευαίσθητο σε σχέση με την εποχικότητα και τις καιρικές συνθήκες φρούτο.
Η Δανάη θυμάται κατά τη δεκαετία του ‘90 τον πατέρα τους Κυριάκο Κινδελή, να έχει αγκαλιάσει τα βιολογικά προιόντα σαν καταναλωτής, όπως και τις βιώσιμες πρακτικές στην καθημερινότητα της οικογένειας και από πολύ νωρίς να παροτρύνει τον αδελφό του Μανόλη για την μετατροπή του αγροκτήματος τους σε βιολογικό.
Η απόφαση πάρθηκε και η διαδικασία διήρκησε επτά χρόνια καθώς η γη είχε επιβαρυνθεί αρκετά από τα φυτοφάρμακα, που ειδικά στην ευαίσθητη καλλιέργεια της φράουλας είναι πολύ τοξικά. Με την μετατροπή του σε βιολογικό, στο αγρόκτημα προστέθηκαν και άλλες καλλιέργειες ώστε να γίνει αειφόρο τόσο περιβαλλοντικά όσο και οικονομικά, δημιουργώντας ένα οικοσύστημα που να λειτουργεί όλες τις εποχές του χρόνου.
Από τις αρχές του 2000 άρχισαν να γίνονται δοκιμές με τροπικές και υποτροπικές καλλιέργειες, κάποιες από τις οποίες ανταποκρίθηκαν πολύ καλά στο μικροκλίμα της περιοχής όπως το μάνγκο, το λίτσι, η ανόνα κ.α.
«Το αβοκάντο που φέτος κλείνει 50 χρόνια καλλιέργειας στα Χανιά άρχισε σιγά σιγά να ενσωματώνεται με την καθημερινή διατροφή των ντόπιων, να γίνεται συστατικό στις σαλάτες τους και να βρίσκει τη θέση του στο κρητικό τραπέζι. Εδώ και δεκαετίες, σε πολλά σπίτια και ταβέρνες που δεν έχουν εμμονή με την απόλυτη πιστότητα στην Κρητική παράδοση, υιοθέτησαν το αβοκάντο προσθέτοντάς το στην κρητική σαλάτα, το οποίο μαζί με τα παξιμάδια χαρουπιού και τη μυζήθρα, την απογειώνει.» λέει η ίδια.
Σήμερα στο Μετόχι Κινδελή που έχει κατά ένα μεγάλο μέρος από το 1995, μετατραπεί σε χώρο φιλοξενίας με τρεις αυτόνομους ξενώνες, και προσελκύει ανθρώπους από όλο τον κόσμο που έρχονται για να γνωρίσουν από κοντά το θαύμα της κρητικής γης και της ελληνικής φιλοξενίας, το αβοκάντο είναι πλέον αναπόσπαστο μέρος του πρωινού.
Σαν άλειμμα στο ψωμί μαζί με μέλι κι αμύγδαλα ή με λάδι και γραβιέρα αλλά ακόμη και κατά τη διάρκεια της ημέρας προστίθεται σε μυρωδάτες, λαχταριστές σαλάτες μαζί με άλλα λαχανικά της φάρμας.
Η Δανάη κλείνει την αφήγησή της με μια συνταγή, την αγαπημένη της οικογένειας που δεν λείπει σχεδόν ποτέ από το τραπέζι. «Η πιο εύγεστη και δροσερή σαλάτα περιέχει αβοκάντο, πορτοκάλι, δυόσμο ή άνηθο, θαλασσινό αλάτι, λίγο ελαιόλαδο και χυμό πορτοκαλιού, μπορεί να συνδυαστεί και με μαρούλι ή σπανάκι, αλλά είναι υπέροχη και σκέτη. Άλλα αγαπημένα πιάτα της οικογένειας είναι η μακαρονάδα με άγρια μανιτάρια, σκόρδο και φρέσκο αβοκάντο – ποτέ μα ποτέ δεν ψήνουμε το αβοκάντο- και το ριζότο με λάχανο που περιλαμβάνει ψιλοκομμένο μπρόκολο, κρεμμυδάκι, σκόρδο και αβοκάντο για να κρεμώσει. Ακόμη πιο αγαπημένο βέβαια είναι το πιάτο του Μανόλη Κινδελή με όλους τους θησαυρούς της άνοιξης. Η ομελέτα με αγκινάρες, άγρια σπαράγγια, αβρωνιές (ή οβριές), και κρεμμύδι. Αφού τσιγαριστούν τα λαχανικά προστίθεται στο τέλος λίγο αυγό που θα τα δέσει και φυσικά αβοκάντο.»
Στον τόπο αυτό, το εκλεκτό φαγητό είναι καθημερινότητα, οι γεύσεις απογειώνονται και τόσο οι άνθρωποι όσο και οι πολύτιμοι καρποί της κρητικής γης γίνονται ευτυχείς αποδέκτες της ευλογίας της.