Ο Valentino Garavani που έφυγε μόλις από τη ζωή σε ηλικία 93 ετών, ήταν Ιταλός μέχρι το μεδούλι — από το κομψό, αριστοκρατικό του ύφος έως τα άψογα ραμμένα κοστούμια του. Κι όμως, αν τον ρωτούσε κανείς ποιες υπήρξαν οι μεγαλύτερες επιρροές στο έργο και τη ζωή του, εκείνος θα έστρεφε τη συζήτηση στην άλλη άκρη του κόσμου. Η Κίνα, τον συνάρπαζε, ιδίως ο σεβασμός της προς την ιστορία και η ομορφιά της παραδοσιακής της χειροτεχνίας. «Όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στο Πεκίνο, το 1993», είχε πει ο Valentino, «είδα μια συλλογή παλαιών κινεζικών ενδυμασιών και ήταν μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου».
Αποδείξεις της σινοφιλίας του σχεδιαστή μόδας συναντά κανείς παντού στο Château de Wideville, το επιβλητικό σπίτι του του 17ου αιώνα έξω από το Παρίσι, το οποίο χτίστηκε για τον υπουργό Οικονομικών του Λουδοβίκου ΙΓ΄ και αργότερα υπήρξε κατοικία μίας από τις ερωμένες του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Ο Valentino, που διατηρούσε επίσης πολυτελείς βάσεις στο Λονδίνο, τη Ρώμη, τη Νέα Υόρκη και το Γκστάαντ της Ελβετίας, αγόρασε το οκτάκλινο château το 1995 και ανέθεσε στον διακεκριμένο διακοσμητή εσωτερικών χώρων Henri Samuel να το μεταμορφώσει σε έναν χώρο ταυτόχρονα άνετο και μεγαλοπρεπή. «Δουλέψαμε μαζί κάθε δωμάτιο», είχε πει ο Valentino για τη συνεργασία τους, η οποία ολοκληρώθηκε την επόμενη χρονιά, δύο μήνες πριν από τον θάνατο του Samuel σε ηλικία 90 ετών. «Είμαι αρκετά σχολαστικός και μου αρέσει να χώνω τη μύτη μου παντού. Ακόμη κι αν θαυμάζω τον διακοσμητή, πρέπει να λέω τη γνώμη μου».
Από τότε που ο Valentino αποσύρθηκε από τον ομώνυμο οίκο του το 2008 —η εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1959, αγοράστηκε τον Ιούλιο από τη βασιλική οικογένεια του Κατάρ— περνούσε αρκετούς μήνες κάθε χρόνο στο Wideville και φιλοξενούσε εκεί με απαράμιλλο στιλ. Πέρα από ιδιωτικές, ολιγομελείς επισκέψεις φίλων πρώτης γραμμής, ο σχεδιαστής φιλοξένησε το 2011 το Love Ball, την ετήσια φιλανθρωπική εκδήλωση της Ρωσίδας σούπερ μόντελ Natalia Vodianova για το ίδρυμα Naked Heart Foundation, που συγκεντρώνει πόρους για τη δημιουργία προσβάσιμων παιδικών χαρών για παιδιά που ζουν στη φτώχεια ή έχουν αναπηρίες. Ο αγαπημένος χώρος του Valentino στο κτήμα, όπως αποκάλυψε ο ίδιος στο παρελθόν, ήταν ο χειμερινός κήπος του château, ένας πολυλειτουργικός χώρος επιπλωμένος κυρίως à la chinoise. Πλήθος ασιατικών κεραμικών πρωταγωνιστούν στη διακόσμηση: καθίσματα κήπου famille rose, στιβαρά σκεπαστά βάζα τοποθετημένα πάνω σε επίχρυσες ξύλινες κονσόλες και μια ολόκληρη «στρατιά» από φιγούρες ντυμένες με κινεζικές φορεσιές, εκτεθειμένες σε επιχρυσωμένα επιτοίχια στηρίγματα.
Ένα ακόμη αγαπημένο καταφύγιο ήταν το pigeonnier, ο περιστερώνας που έσωσε από την εγκατάλειψη πριν από δύο χρόνια. «Ήταν το τελευταίο πράγμα που αποκατέστησα», είχε πει ο Valentino για το κυλινδρικό, τριώροφο κτίσμα με τις λεπτομέρειες από ασβεστόλιθο και κόκκινο τούβλο. Αρχικά κατασκευασμένος για την εκτροφή περιστεριών —τόσο για τροφή όσο και για τα περιττώματά τους, που χρησιμοποιούνταν ως λίπασμα— ο πύργος λειτουργούσε ως ένα ήσυχο, ιδιόρρυθμο καταφύγιο, όπου μπορούσε να αποσύρεται για να διαβάζει, να ακούει μουσική και να στοχάζεται πάνω στα σχεδιαστικά του εγχειρήματα.
Ο περιστερώνας, έλεγε ο Valentino, αποτέλεσε πρόκληση ως προς τη διακόσμηση. «Δεν μπορούσες να βάλεις τα συνηθισμένα ευρωπαϊκά έπιπλα και αντικείμενα του 18ου αιώνα, όπως στο château — δεν θα ταίριαζαν», είχε πει ο υψηλός ραφτής, ο οποίος μετέτρεψε επίσης τον διώροφο αχυρώνα του κτήματος σε ένα λιτά μινιμαλιστικό αρχείο που στεγάζει σχεδόν πέντε δεκαετίες πορείας στη μόδα. «Είπα: “Όχι, θέλω να κάνω κάτι ξεχωριστό”». Κάτι ίσως ακόμη πιο ιδιαίτερο και πιο δραματικό από τον αγαπημένο του χειμερινό κήπο.
Προχωρώντας το θέμα της κινεζομανίας (chinoiserie) σε μια πιο σύγχρονη κατεύθυνση, ο Valentino είχε επιλέξει μια διακόσμηση που παραπέμπει στη Σαγκάη της δεκαετίας του 1920, με έντονες γραμμές και γραφικές αντιθέσεις. Τα σαθρά ξύλινα σκαλοπάτια του περιστερώνα αφαιρέθηκαν και στη θέση τους τοποθετήθηκε μια καμπυλωτή σκάλα με χειροποίητο κιγκλίδωμα από ζωηρά βαμμένο μέταλλο, που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει σε σκηνικό της Turandot. Πολύχρωμα πορτρέτα προγόνων της δυναστείας των Τσινγκ «σκαρφαλώνουν» στους τοίχους, ενώ στα στενά πλατύσκαλα και τις γκαλερί της σκάλας εκτίθενται παραβάν και γλυπτά γερανών. Παράθυρα και βιβλιοθήκες επιστέφονται από επίχρυσα αετώματα που μιμούνται αχυρένιες στέγες, σιδερένια φανάρια κρέμονται παντού, και ακόμη και οι κινναβαρί κόκκινες ράχες των καταλόγων δημοπρασιών του Christie’s που γεμίζουν τα ράφια εναρμονίζονται με την ατμόσφαιρα της Άπω Ανατολής. Υπάρχουν λουστραρισμένα μπαούλα του 19ου αιώνα και χειροποίητα τραπέζια με ένθετο φίλντισι που λαμπυρίζουν — καθώς και πολυθρόνες με βελούδινη ταπετσαρία και καπιτονέ επένδυση, έτοιμες να φιλοξενήσουν τον θαυμασμό όλων αυτών. Σχεδόν τα πάντα είναι κινεζικά στο άνετο καθιστικό που καταλαμβάνει το χαμηλότερο επίπεδο του περιστερώνα.
Όταν ο Valentino άρχισε να συλλέγει ασιατικά αντικείμενα —η πρώτη του σημαντική απόκτηση, το 1964, ήταν ένα άλογο της δυναστείας των Μινγκ. Δεν ήταν μεγάλος γνώστης. Αλλά έμαθε. Τόσο πολύ, που ο παλιός του φίλος Carlos Souza, πρεσβευτής του οίκου Valentino, αστειευόταν ότι για να κοιμηθεί το βράδυ, αντί να μετρά πρόβατα, μετρούσε πορσελάνες.
Κείμενο: Dana Thomas
Φωτογραφίες: Simon Watson
@ADmagazine, 2016
Copyright The Conde Nast Publications. All Rights Reserved