Ξεκινώντας από μια τελείως διαφορετική διαδρομή ο καθένας σας, καταλήξατε σήμερα να έχετε δημιουργήσει μια ολόκληρη σειρά από ξενοδοχεία που στέκονται στην πρώτη γραμμή του ελληνικού hospitality. Ποιο είναι το story των Omicron Hotels, πως γεννήθηκε η πρώτη ιδέα της δημιουργίας ενός χώρου φιλοξενίας που να ανταποκρίνεται στην αυθεντικότητα του τόπου της Κρήτης και που οδήγησε μετά

Νίκος: Η δική μας διαδρομή, στην πραγματικότητα, δεν ξεκίνησε από τα ξενοδοχεία. Ξεκινήσαμε με καταστήματα ρούχων. Και μας άρεσε πάρα πολύ αυτή η δουλειά. Ήμασταν κάθε μέρα μέσα στο κατάστημα, μιλούσαμε με τον κόσμο, γνωρίζαμε ανθρώπους, βλέπαμε τι τους άρεσε, τι ζητούσαν. Ήταν μια πολύ κοινωνική δουλειά και αυτό ήταν που μας κέρδισε περισσότερο.
Τότε φυσικά δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι κάποια στιγμή θα ασχολούμασταν με ξενοδοχεία. Κοιτάζοντάς το όμως σήμερα, νομίζω ότι εκεί μάθαμε πράγματα που μας ακολούθησαν μετά και στη φιλοξενία.

Στον τουρισμό μπήκαμε σιγά σιγά. Το 1991 αγοράσαμε το πρώτο μας οικόπεδο στη Χερσόνησο και φτιάξαμε τα πρώτα μας καταλύματα, περίπου 57 δωμάτια. Δεν υπήρχε τότε κάποιο μεγάλο πλάνο ότι θα κάνουμε αυτό και μετά εκείνο. Ξεκινήσαμε με αυτά που μπορούσαμε και κάθε χρόνο κάναμε κάτι παραπάνω. Τα 57 δωμάτια έγιναν σταδιακά 100, τα καταλύματα έγιναν ξενοδοχείο και κάπως έτσι αρχίσαμε κι εμείς να μπαίνουμε όλο και περισσότερο σε αυτή τη δουλειά.

Και όσο μπαίναμε, τόσο μας άρεσε. Ήμασταν εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ, μαθαίναμε στην πράξη, κάναμε λάθη, διορθώναμε πράγματα. Έτσι μάθαμε τα ξενοδοχεία. Το 2005 κάναμε το επόμενο μεγάλο βήμα και φτιάξαμε το δεύτερο ξενοδοχείο μας, στην Αγία Πελαγία. Αλλά ούτε αυτό έμεινε ποτέ όπως ήταν την πρώτη χρονιά. Κάθε χειμώνα σκεφτόμασταν τι μπορούμε να κάνουμε καλύτερα. Προσθέταμε δωμάτια, αλλάζαμε χώρους, φτιάχναμε καινούργιες υποδομές. Πάντα υπήρχε κάτι που θέλαμε να βελτιώσουμε.

Η Αγία Πελαγία μου άρεσε πολύ από την αρχή. Τότε δεν ήταν τόσο γνωστή και ίσως αυτό ακριβώς ήταν που με τράβηξε. Έβλεπα έναν τόπο πολύ όμορφο, με τη θάλασσα, τους λόφους και αυτό το ιδιαίτερο ανάγλυφο, και πίστευα ότι είχε ακόμα πολλά να δώσει. Νομίζω ότι πάντα μας άρεσε να βλέπουμε λίγο την προοπτική ενός τόπου και όχι μόνο αυτό που είναι εκείνη τη στιγμή.

Έχετε ζήσει πολλά σ’ αυτή τη διαδρομή κι έχετε χτίσει μια αξιοζήλευτη ξενοδοχειακή υποδομή που διαρκώς εξελίσσεται με αξιοπρέπεια και ήθος. Ποια είναι τα συστατικά αυτής της επιτυχίας, τι ξεχωριστό έχουν κάνει τα δύο αδέλφια στον τρόπο που διαχειρίζονται την επιχείρηση τους

Νίκος: Ίσως ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα είναι ότι, παρότι είμαστε δίδυμοι, είμαστε πολύ διαφορετικοί άνθρωποι. Έχουμε
διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετικό τρόπο σκέψης και πολλές φορές μπορεί να έχουμε τελείως διαφορετική άποψη για το ίδιο πράγμα. Όταν ήμασταν νεότεροι, αυτές οι διαφορές μπορεί να μας έφερναν πιο εύκολα σε σύγκρουση. Με τα χρόνια όμως καταλάβαμε ότι τελικά αυτό είναι και ένα από τα δυνατά μας σημεία. Μπορεί εγώ να έχω μια ιδέα και ο Γιάννης να τη δει από μια πλευρά που εγώ δεν είχα σκεφτεί καθόλου και το αντίστροφο. Θα συζητήσουμε, θα διαφωνήσουμε, θα αλλάξουμε πράγματα και συνήθως στο τέλος θα βγει κάτι καλύτερο από αυτό που είχε αρχικά ο καθένας στο μυαλό του.

Από εκεί και πέρα, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιο μυστικό επιτυχίας.
Υπάρχει πολλή δουλειά, υπομονή και, για εμάς τουλάχιστον, το να είσαι παρών. Δεν πιστεύουμε ότι μπορείς να δημιουργήσεις μια επιχείρηση φιλοξενίας από απόσταση. Πρέπει να είσαι εκεί, να βλέπεις, να ακούς και να καταλαβαίνεις τι συμβαίνει.
Ακόμη και σήμερα θέλουμε να ξέρουμε τι γίνεται στα ξενοδοχεία, ίσως και λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ήθελαν οι άνθρωποί μας! Ρωτάμε, συζητάμε, ακούμε τι έχουν να μας πουν και η πόρτα μας είναι κυριολεκτικά πάντα ανοιχτή. Καμιά φορά τόσο ανοιχτή, που αναρωτιόμαστε αν θα έπρεπε να βάλουμε και ωράριο επισκέψεων.

 

Acro
Νίκος και Γιάννης Ορφανάκης, founders της Omicron Hotels
Acro

 

Τι άλλαξε με τα χρόνια, ποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά απέκτησε κατά τη διάρκεια η ελληνική φιλοξενία, ο τρόπος που διαχειρίζεστε τα πράγματα και πόσο έχουν αλλάξει τα δεδομένα γενικότερα;

Γιάννης: Έχουν αλλάξει πάρα πολλά από τότε που ξεκινήσαμε. Εγώ ουσιαστικά έμαθα τα ξενοδοχείο μένοντας μέσα σε αυτό. Ήταν σαν να δημιουργούνταν κάθε καλοκαίρι μια μικρή, προσωρινή γειτονιά και εμείς ήμασταν κι εμείς μέρος της.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι κάθε εβδομάδα κάναμε BBQ και συμμετείχε όλη η οικογένεια. Ερχόταν ο πατέρας μας, άναβε τη φωτιά και έψηνε ο ίδιος τα σουβλάκια. Η μητέρα μας ήταν μέσα στην κουζίνα και βοηθούσε, εμείς τρέχαμε με όλα τα υπόλοιπα. Βάζαμε ελληνική μουσική και μετά καθόμασταν όλοι μαζί στα τραπέζια με τους πελάτες.
Ήταν πολύ απλά τα πράγματα. Ήταν σαν να είχαμε καλέσει κόσμο στο σπίτι μας.

Και οι περισσότεροι ξανάρχονταν. Είχαμε πάρα πολλούς πελάτες που επέστρεφαν κάθε καλοκαίρι. Ξέραμε πότε περίπου θα έρθουν, ξέραμε ποιο δωμάτιο ήθελαν και τους το κρατούσαμε για την επόμενη χρονιά. Κάποιοι μάλιστα μας άφηναν πράγματά τους όταν έφευγαν για να μην τα κουβαλούν πέρα δώθε. Τα κρατούσαμε όλο τον χειμώνα και όταν γύριζαν το επόμενο καλοκαίρι, τα έβρισκαν πάλι εδώ.Κάτι άλλο που θυμάμαι πολύ είναι ότι όταν έφευγαν τους δίναμε ένα μικρό μπουκαλάκι ρακή και γράφαμε πάνω το όνομά τους. Και υπήρχαν άνθρωποι που την επόμενη χρονιά επέστρεφαν με το ίδιο μπουκαλάκι άδειο και μας έλεγαν «ήρθα να μου το ξαναγεμίσεις».

Και δεν σκεφτόμασταν τότε ότι κάνουμε κάτι ιδιαίτερο. Έτσι μας έβγαινε. Έτσι είχαμε μάθει τη φιλοξενία.
Τα Χριστούγεννα πάλι, μας έρχονταν καρτ ποστάλ από ανθρώπους που είχαν μείνει μαζί μας το καλοκαίρι. Μας έγραφαν τα νέα τους, μας έστελναν ευχές και απαντούσαμε κι εμείς. Με κάποιους κρατήσαμε επαφή για πάρα πολλά χρόνια. Οπότε όταν σκέφτομαι εκείνη την εποχή, αυτό θυμάμαι περισσότερο. Τους ανθρώπους.

Περνώντας μια οικογενειακή επιχείρηση στη νεότερη γενιά ποιο είναι το μέγεθος της ευθύνης που μεταφέρατε στα παιδιά σας και τι δυνατότητες για νέες κατακτήσεις προέκυψαν

Γιάννης : Για μένα, το να μπαίνουν τα παιδιά μας στην επιχείρηση είναι κάτι πολύ προσωπικό. Από τη μία υπάρχει μεγάλη χαρά και περηφάνια, από την άλλη όμως υπάρχει και μεγάλη ευθύνη. Δεν ήθελα ποτέ να θεωρήσουν ότι επειδή είναι μια οικογενειακή επιχείρηση, όλα είναι δεδομένα. Ήθελα πρώτα να γνωρίσουν τη δουλειά πραγματικά, να δουλέψουν δίπλα μας, να περάσουν από διαφορετικές θέσεις και να καταλάβουν τι σημαίνει ξενοδοχείο στην καθημερινότητά του.

Όταν ξεκινήσαμε με τον Νικο, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Τα παιδιά μεγάλωσαν σε μια άλλη εποχή, με διαφορετικές εικόνες και αυτό ήταν πολύ θετικό και για εμάς. Βοηθησαν με ιδέες έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στο branding, στη γαστρονομία, στο wellness και γενικότερα στο πώς ένα ξενοδοχείο μπορεί να έχει τη δική του προσωπικότητα.Και φυσικά υπάρχουν φορές που βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά.

Αυτό όμως είναι και το ωραίο. Εγω και ο Νικος έχουμε την εμπειρία όλων αυτών των χρόνων και εκείνα έχουν τη δική τους
συμπληρωματικη ματιά και θελουν να δοκιμάσουν καινούργια πράγματα. Μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον.
Αυτό που με κάνει περήφανο είναι ότι δεν προσπαθούν απλώς να συνεχίσουν κάτι που βρήκαν έτοιμο. Θέλουν να το εξελίξουν.Και νομίζω ότι αυτό θέλει κάθε γονιός για τα παιδιά του.

Ποιες ήταν οι προκλήσεις και οι δυσκολίες που αντιμετωπίστηκαν και ποιος ήταν ο βασικός άξονας φιλοσοφίας για κάθε ξενοδοχείο χωριστά;

Νίκος: Δυσκολίες υπήρχαν πάντα. Και νομίζω ότι αυτή η δουλειά σε μαθαίνει πολύ γρήγορα ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Περάσαμε οικονομικές κρίσεις, τον Covid, πολέμους, περιόδους μεγάλης αβεβαιότητας. Υπήρχαν χρονιές που κλείναμε το ξενοδοχείο στο τέλος της σεζόν και πραγματικά δεν ξέραμε πώς θα είναι η επόμενη.

Στην αρχή αυτό σε αγχώνει πολύ. Με τα χρόνια όμως μαθαίνεις ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τα πάντα. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να προσαρμόζεσαι, να μην επαναπαύεσαι και να συνεχίζεις να εξελίσσεσαι. Νομίζω ότι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που πήραμε όλα αυτά τα χρόνια.

Και ίσως γι’ αυτό δεν θελήσαμε ποτέ να κάνουμε τα ξενοδοχεία μας ίδια μεταξύ τους. Το καθένα δημιουργήθηκε σε διαφορετική εποχή και έχει τη δική του προσωπικότητα. Υπάρχει όμως κάτι που προσπαθούμε να κρατάμε κοινό σε όλα τη σχέση με τον τόπο. Να καταλαβαίνεις πού βρίσκεσαι, να βλέπεις την Κρήτη γύρω σου και να μην αισθάνεσαι ότι θα μπορούσες να βρίσκεσαι οπουδήποτε στον κόσμο.

Με τόσους ανθρώπους που έχετε φιλοξενήσει από όλο τον κόσμο ποιες ιστορίες έχουν στιγματίσει τη διαδρομή σας

Γιάννης: Έχουμε τόσες ιστορίες όλα αυτά τα χρόνια, που πραγματικά είναι δύσκολο να διαλέξω μία. Υπάρχει όμως μια που μου έχει μείνει πολύ έντονα. Είχαμε έναν πελάτη από την Ολλανδία, τον Κόκο, που ερχόταν κάθε χρόνο με τη σύζυγό του και σιγά σιγά είχε γίνει σχεδόν οικογένεια. Είχε δεθεί πολύ και με τα παιδιά μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι με τη μεγάλη μου κόρη πήγαιναν συνέχεια μαζί στις νεροτσουλήθρες και μπορούσαν να περνούν εκεί ατελείωτες ώρες.

Τα χρόνια πέρασαν, απέκτησε κι εκείνος παιδάκι και κάποια στιγμή μας ανακοίνωσε ότι του είχε δώσει το όνομα της κόρης μου. Αυτό πραγματικά με συγκίνησε. Δημιουργούνται σχέσεις που μπορεί να γίνουν κομμάτι της ζωής σου μέσα από αυτή τη δουλειά. Αυτά είναι πράγματα που δεν ξεχνάς.

Νίκος: Κατά καιρούς έχουν περάσει από τα ξενοδοχεία μας πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι, από πολιτικά πρόσωπα μέχρι ανθρώπους από τον χώρο της τέχνης . Και κάποια στιγμή ήρθε και ένας πραγματικός rock star, ο Mick Jagger.
Αυτό σίγουρα ήταν κάτι που μας έμεινε. Σκέφτεσαι ότι είναι ένας άνθρωπος που έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, έχει δει και έχει ζήσει τόσα πολλά μέρη, και τελικά επέλεξε να έρθει στην Κρήτη και να μείνει στο Acro.

Ποια διαφορετική πρόταση φιλοξενίας έχουν να προσφέρουν τα νεότερα αποκτήματα σας και τι τα κάνει τόσο ξεχωριστά;

Γιάννης :Το κάθε ξενοδοχείο κουβαλα μια διαφορετική ιστορία. Το Momi είναι εκεί όπου ξεκινήσαμε πριν από περιπου 35 χρόνια. Το ανακαινίσαμε πλήρως αλλά θέλαμε να κρατήσουμε κάτι από την παλιά του ενέργεια και την απλότητά του. Έχουμε ιδιαίτερη σχέση με τη Χερσόνησο, γιατί εκεί κάναμε τα πρώτα μας βήματα και την έχουμε δει να αλλάζει και να εξελίσσεται μαζί μας.

Το Acro ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για εμάς. Παλιότερα ο σωστός δρόμος επένδυσης ήταν τα μεγάλα ξενοδοχεία, μικρά δωμάτια, πολλές πόρτες. Το boutique ήταν κάτι που δεν είχαμε ξανακάνει. Το Acro ήταν το πρώτο μας τέτοιο προϊόν, με συγκεκριμένο concept και δική του ταυτότητα, και μέσα από αυτή τη διαδικασία μάθαμε πάρα πολλά.

Νίκος: Το πιο πρόσφατό μας project είναι τα Tierras, πέντε βίλες που ολοκληρώσαμε αυτό το καλοκαίρι. Για μένα είναι ίσως και το πιο προσωπικό project μέχρι σήμερα, γιατί η ιδέα ξεκίνησε πολύ αυθόρμητα. Υπήρχε ένα παρατημένο οικόπεδο κοντά στα ξενοδοχεία μας, από το οποίο περνούσα συνέχεια, και κάθε φορά το κοιτούσα και σκεφτόμουν ότι κάτι θα μπορούσαμε να κάνουμε εκεί.

Δεν είχα από την αρχή στο μυαλό μου ακριβώς τι θα γίνει. Ήξερα όμως ότι δεν ήθελα να φτιάξουμε άλλο ένα ξενοδοχείο. Ήθελα να
δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό, πιο residential, με αυτόνομες, πλήρως εξοπλισμένες βίλες και περισσότερη ιδιωτικότητα.
Έτσι γεννήθηκαν τα Tierras. Ήθελα παράλληλα να δω αν υπάρχει πραγματικά αγορά για ένα τέτοιο προϊόν στην Κρήτη και εκτός της κλασικής καλοκαιρινής σεζόν. Οπότε για μένα έχει ιδιαίτερη σημασία να βλέπω σήμερα αυτό το οικόπεδο, που για χρόνια απλώς προσπερνούσα, να έχει μετατραπεί σε κάτι που κάποτε υπήρχε μόνο σαν ιδέα στο μυαλό μου.

 

Tierras Villas
Tierras Villas

 

Σε τι είδους κοινό απευθύνεται και πόσο σημαντική θεωρείτε τη δυνατότητα να μπορέσει κανείς εδώ να γνωρίσει την αυθεντικότητα της Κρήτης και της Ελλάδας γενικότερα

Νίκος: Έρχεται κόσμος από παντού, από την Αμερική και την Αυστραλία μέχρι την Ασία και φυσικά από όλη την Ευρώπη. Αυτό που
μου κάνει όμως εντύπωση τα τελευταία χρόνια είναι ότι, όσο διαφορετικοί κι αν είναι οι άνθρωποι που έρχονται, τελικά ψάχνουν
πολύ παρόμοια πράγματα.

Δεν τους ενδιαφέρει τόσο η πολυτέλεια. Θέλουν να καταλάβουν λίγο πού έχουν έρθει. Να δοκιμάσουν ένα φαγητό που τρώμε κι εμείς, να πιουν ένα κρητικό κρασί, να ρωτήσουν από πού είναι το ελαιόλαδο που τους σερβίρουμε. Θέλουν να περπατήσουν στους λόφους γύρω από τα ξενοδοχεία, να βρουν ένα ωραίο σημείο και να δουν το ηλιοβασίλεμα.

Εγώ, για παράδειγμα, κάθε απόγευμα που φεύγω από τη δουλειά βλέπω επισκέπτες μας να κάθονται για ώρες στα βράχια και απλώς να κοιτούν το ηλιοβασιλεμα. Μου αρέσει πολύ αυτή η εικόνα, γιατί σκέφτομαι ότι αυτό που τους μένει μπορεί να είναι κάτι τόσο απλό. Μια θέα που για εμάς είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μας, για κάποιον που έχει ταξιδέψει από την άλλη άκρη του κόσμου μπορεί να είναι ο λόγος που θα θυμάται αυτό το ταξίδι.

Το ίδιο βλέπω και στο εστιατόριο. Ακούω συχνά επισκέπτες να ρωτούν τα παιδιά «εσύ τι θα έτρωγες; Πες μου τι να πάρω». Αυτό για μένα λέει πολλά. Δεν θέλουν να τους παρουσιάσουμε μια Κρήτη φτιαγμένη για τον τουρίστα. Θέλουν να δοκιμάσουν τη δική μας Κρήτη, αυτή που ζούμε εμείς καθημερινά.

Σε ποια σημεία του ανακαλύπτει κανείς ένα κομμάτι της αυθεντικής Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή αλλά και στους χώρους που δημιουργήσατε

Γιάννης: Η περιοχή γύρω από την Αγία Πελαγία έχει πολλά τέτοια κομμάτια, αρκεί να ψάξει κανείς λίγο πιο πέρα από την παραλία. Λίγο πιο πάνω, στο βουνό, είναι η Αχλάδα, ένα μικρό χωριό με χωράφια και ελιές, μια διαδρομή που στην πορεία της συναντάς κατσίκες να διασχίζουν τον δρόμο, ήσυχα τοπία, τίποτα βιαστικό. Εκεί είναι η ταβέρνα της Ντίνας, που μαγειρεύει η ίδια με τον άντρα της, και στο τέλος, πριν φύγεις, σε κερνάνε ρακί για να πιείτε μαζί. Το φαγητό εκεί είναι απλό, χωρίς φτιασίδια, αλλά έχει γεύσεις που σου θυμίζουν κάτι οικείο, σαν σπιτικό.

Αυτό το πνεύμα προσπαθούμε να το κουβαλήσουμε και στα δικά μας ξενοδοχεία, με άλλον τρόπο βέβαια. Δεν προσπαθούμε να
στρογγυλέψουμε τον χαρακτήρα της περιοχής, θέλουμε να τον νιώσεις όπως είναι.

Ποιες ήταν οι συνεργασίες που απέδωσαν καρπούς με τα χρόνια και ποιες διαμορφώθηκαν σε διαχρονικές αξίες των ξενοδοχείων σας

Nίκος : Πιστεύουμε πολύ στις σχέσεις που κρατάνε χρόνια.Έχουμε συνεργάτες, τουριστικά γραφεία, που είναι δίπλα μας εδώ και πολλά χρόνια και μας εμπιστεύονται, ακόμη και μέσα από δύσκολες περιόδους όπως ο Covid, όταν όλα ήταν αβέβαια. Αυτή η σχέση εμπιστοσύνης δεν χτίζεται εύκολα ούτε γρήγορα. Αλλά κυρίως το νιώθουμε με τους ανθρώπους μας, το προσωπικό που μένει κοντά μας σεζόν με τη σεζόν, χρόνια ολόκληρα, και που τελικά είναι αυτοί που μεταφέρουν σε κάθε νέο επισκέπτη ποιοι είμαστε πραγματικά. Αυτή η συνέχεια, οι άνθρωποι που μένουν δίπλα σου στα δύσκολα, είναι που κάνει τη διαφορά.

Το αποτέλεσμα σας δικαιώνει, πραγματοποιήθηκε αυτό που ονειρευτήκατε;

Γιάννης: Σε μεγάλο βαθμό ναι, αλλά η αλήθεια είναι πως τα όνειρά μας δεν έμειναν ποτέ σταθερά. Μεγάλωναν μαζί μας. Ξεκινήσαμε από το μηδέν, χωρίς να υπάρχει κάτι έτοιμο να μας περιμένει, και ό,τι δημιουργήσαμε ήρθε βήμα βήμα, μέσα από πολλή δουλειά.

Νίκος: Κάθε φορά που καταφέρναμε κάτι, δεν καθόμασταν να το χαρούμε για πολύ. Το μυαλό μας πήγαινε σχεδόν αμέσως στο επόμενο. Έτσι ήμασταν από παιδιά. Πάντα θέλαμε να δημιουργήσουμε κάτι δικό μας, να προχωρήσουμε λίγο παρακάτω. Και ίσως επειδή όλα τα χτίσαμε μόνοι μας, δεν θεωρήσαμε ποτέ τίποτα δεδομένο.

Γιάννης: Αυτό που με συγκινεί περισσότερο, όταν κοιτάζω πίσω σήμερα, δεν είναι μόνο το πόσο μεγάλωσε η επιχείρηση. Είναι ότι
θυμάμαι πολύ καλά από πού ξεκινήσαμε και ότι, μέσα σε όλη αυτή την πορεία, δεν χάσαμε τον εαυτό μας.

Υπάρχει κοινό που επαναλαμβάνεται, τι feedback έχετε από τους επισκέπτες σας και για ποιους λόγους νοιώθετε ότι επιστρέφουν;

Nίκος: Ναι, πολύς κόσμος ξαναέρχεται, και αυτό για εμάς είναι το πιο σημαντικό σημάδι ότι κάτι κάνουμε καλά. Πολλοί γυρνάνε για να βρουν τους φίλους τους, το προσωπικό μας, με το οποίο έχουν δέσει με τα χρόνια. Έρχονται κάθε καλοκαίρι με δώρα στα χέρια, σοκολάτες από την Αυστρία, γλυκά, καρτες, και αγκαλιάζονται μαζί τους σαν να μην πέρασε ούτε μέρα. Πολλές φορές κλείνουν κιόλας ραντεβού για του χρόνου πριν καν φύγουν.

Στο Seaside έχουμε ανθρώπους που είναι μαζί μας πάνω από 15, 20 χρόνια, και έχουν τους δικούς τους πελάτες που ξανάρχονται. Ξέρουν ποιο τραπέζι θέλει ο καθένας, ξέρουν το κρασί του απέξω, πειράζονται μεταξύ τους. Πολλές φορές ακούς τα γέλια τους από μακριά, και σε συγκινεί, γιατί καταλαβαίνεις πως αυτό δεν είναι απλά δουλειά, είναι σχέση.

Ποιες είναι οι πιο δυσεύρετες αρετές των ξενοδοχείων σας που διαμορφώνουν την μοναδικότητά τους

Γιάννης: Νομίζω είναι η αμεσότητα και η ζεστασιά. Στην Κρήτη έχουμε μάθει να κάνουμε τον άλλον να νιώθει δικός μας άνθρωπος πολύ γρήγορα. Θα του πιάσουμε κουβέντα, θα τον ρωτήσουμε από πού είναι, θα του πούμε πού να πάει να φάει, πού να κάνει μπάνιο, τι να δοκιμάσει. Και οι άνθρωποί μας είναι έτσι, αυθόρμητοι και αληθινοί. Δεν ακολουθούν κάποιο manual για να είναι φιλικοί, τους βγαίνει φυσικά. Κάπως έτσι μεγαλώσαμε κι εμείς, σε ένα σπίτι που πάντα είχε κόσμο, φαγητό στο τραπέζι και χώρο για έναν ακόμη. Αυτή την αίσθηση θέλουμε να έχει και κάποιος όταν έρχεται στα ξενοδοχεία μας.

 

Momi
Momi

 

Είναι η Κρήτη ένας τόπος που προσελκύει ποιοτικό τουρισμό και πως νιώθετε πως θα μπορούσε να βελτιωθεί το κομμάτι αυτό

Νίκος: Νομίζω ότι η Κρήτη έχει εξελιχθεί πάρα πολύ τουριστικά και σήμερα μπορεί να προσελκύσει έναν επισκέπτη που αναζητά ποιότητα, αλλά και κατι πιο ουσιαστικό. Αυτό που πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε καλύτερα είναι να δείξουμε ότι η Κρήτη είναι πολύ περισσότερα από ένας καλοκαιρινός προορισμός.

Για μένα, ένα από τα πιο όμορφα κομμάτια του νησιού είναι τα χωριά μας. Έχουμε υπέροχα ορεινά χωριά, βουνά και διαδρομές, μικράκαφενεία και ταβέρνες, αλλά πάνω απ’ όλα ανθρώπους και μια καθημερινότητα που υπάρχει ανεξάρτητα από τον τουρισμό. Ειδικά τον χειμώνα ανακαλύπτεις μια τελείως διαφορετική Κρήτη, πιο ήσυχη και ίσως ακόμα πιο αληθινή.

Υπάρχουν τόσα πράγματα να δεις και να ζήσεις εδώ όλο τον χρόνο, απλώς δεν νομίζω ότι τα έχουμε επικοινωνήσει όσο θα μπορούσαμε. Θα ήθελα κάποια στιγμή, όταν κάποιος σκέφτεται την Κρήτη, να μη σκέφτεται μόνο τη θάλασσα και τις παραλίες. Για μένα, αυτό είναι το επόμενο βήμα. Όχι απλώς να φέρουμε περισσότερους επισκέπτες, αλλά να δώσουμε περισσότερους λόγους
στον κόσμο να γνωρίσει την Κρήτη διαφορετικά και σε διαφορετικές εποχές του χρόνου.

Γιάννης: Από την άλλη, πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα δούμε μεγάλες αλλαγές και στις υποδομές του νησιού. Το νέο αεροδρόμιο
είναι ένα πολύ σημαντικό έργο για την Κρήτη και μπορεί να ανοίξει νέες δυνατότητες, με περισσότερες πτήσεις και απευθείας συνδέσεις με αγορές που σήμερα δεν έχουν τόσο εύκολη πρόσβαση στο νησί.

Το ίδιο σημαντικός είναι και ο ΒΟΑΚ. Η Κρήτη είναι ένα μεγάλο νησί και σήμερα οι μετακινήσεις από τη μία περιοχή στην άλλη δεν είναι πάντα εύκολες. Ένα σύγχρονο και ασφαλές οδικό δίκτυο θα αλλάξει όχι μόνο την εμπειρία του πελατη, αλλά και την καθημερινότητα όλων εμάς που ζούμε εδώ.

Νομίζω ότι όλα αυτά θα αλλάξουν αρκετά την Κρήτη τα επόμενα χρόνια και θα δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για το νησί. Εμείς, έχοντας ζήσει τον τουρισμό εδώ για τόσα χρόνια, προσπαθούμε πάντα να κοιτάμε λίγο πιο μπροστά, να βλέπουμε πού πηγαίνουν τα πράγματα και να είμαστε έτοιμοι για το επόμενο βήμα.

Πως ονειρεύεστε να είστε δέκα χρόνια μετά

Νίκος: Σε δέκα χρόνια, πάνω απ’ όλα, θα ήθελα να δουλεύουμε και να ασχολούμαστε με αυτό που αγαπάμε. Δεν είμαι άνθρωπος που μπορεί εύκολα να φανταστεί τον εαυτό του να κάθεται. Μου αρέσει να είμαι μέσα στα ξενοδοχεία, να βλέπω τον κόσμο, να μιλάω με τους ανθρώπους μας, να σκέφτομαι τι μπορούμε να κάνουμε καλύτερα. Ελπίζω αυτό να μην αλλάξει.

Φυσικά θέλω να βλέπω και τα παιδιά μας να έχουν προχωρήσει, να έχουν πάρει περισσότερο χώρο και να έχουν εξελίξει την επιχείρηση με τον δικό τους τρόπο. Εμείς θα είμαστε εκεί όσο μας θέλουν και όσο μπορούμε να προσφέρουμε, ίσως με έναν διαφορετικό ρόλο, αλλά πάντα κοντά.

Γιάννης: Κι εγώ κάπως έτσι το βλέπω. Δεν ονειρεύομαι σε δέκα χρόνια να έχουμε απλώς περισσότερα ή μεγαλύτερα ξενοδοχεία. Θα ήθελα να συνεχίσουμε να δημιουργούμε πράγματα που μας αρέσουν. Να μπορούμε ακόμη να πηγαίνουμε στα ξενοδοχεία μας και να έχουμε την ίδια χαρά που είχαμε όταν ξεκινούσαμε. Να έχουμε φτιάξει κάτι βιώσιμο και διαχρονικό.

Και βέβαια, όσο περνούν τα χρόνια, θέλεις να βλέπεις και την επόμενη γενιά να προχωράει. Να πάρει αυτά που δημιουργήσαμε εμείς, να τα κάνει καλύτερα και να τα πάει εκεί που ίσως εμείς δεν είχαμε φανταστεί. Αν σε δέκα χρόνια είμαστε όλοι καλά, συνεχίζουμε να δουλεύουμε μαζί, εξακολουθούμε να αγαπάμε αυτό που κάνουμε και μπορούμε να κοιτάμε όσα έχουμε δημιουργήσει και να λέμε ότι τα κάναμε σωστά, για μένα αυτό θα είναι αρκετό.

Δώστε μας τον δικό σας ορισμό της ομορφιάς

Νίκος: Για μένα η πιο αληθινή ομορφιά είναι η οικογένειά μας, τα παιδιά μας, οι στιγμές που είμαστε όλοι μαζί. Όσο περνούν τα χρόνια, αυτά είναι που τελικά μετράνε περισσότερο.

Και μετά είναι η ομορφιά του κόπου. Όταν κοιτάζω κάτι που κάποτε ήταν απλώς μια ιδέα και θυμάμαι πόσο παλέψαμε για να το δημιουργήσουμε, πόσες δυσκολίες περάσαμε, και σήμερα το βλέπω γεμάτο κόσμο να το χαίρεται, το νιώθω αλλιώς. Ίσως αν μας τα είχαν δώσει όλα έτοιμα, να μην τα αγαπούσαμε με τον ίδιο τρόπο. Ο κόπος που κρύβεται πίσω από κάτι είναι πολλές φορές αυτός που το κάνει πιο όμορφο.

Γιάννης: Ομορφιά είναι να κοιτάζεις πίσω και να βλέπεις πόσο έχεις αλλάξει κι εσύ μέσα σε όλη αυτή τη διαδρομή. Για μένα υπάρχει ομορφιά και στην κούραση. Στο να δίνεσαι σε κάτι, να δυσκολεύεσαι, να επιμένεις και μέσα από όλο αυτό να εξελίσσεσαι. Να κοιτάζεις πίσω και να βλέπεις ότι πράγματα που κάποτε σου φαίνονταν βουνό, σήμερα τα αντιμετωπίζεις διαφορετικά.
Η ομορφιά δεν είναι μόνο η στιγμή που λες «τα καταφέραμε». Είναι και όλα όσα σε άλλαξαν μέχρι να φτάσεις εκεί. Η κούραση, τα λάθη, αυτά που έμαθες στην πορεία. Για μένα, αυτή η εξέλιξη είναι ίσως η πιο αληθινή μορφή ομορφιάς.

Τι θεωρείτε αυθεντικό στις μέρες μας

Γιάννης : Αυθεντικό σήμερα είναι το να παραδέχεσαι ότι κάνεις λάθος, να μπορείς να το πεις απλά, χωρίς περηφάνια, χωρίς δικαιολογίες. Στη γενιά μας δεν το μάθαμε εύκολα αυτό, μας μάθανε να δείχνουμε δυνατοί, να μη δείχνουμε αδυναμία. Χρειάστηκε χρόνος να καταλάβουμε πως το αντίθετο ισχύει.

Κι όμως, το πιο αληθινό πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς είναι να πει «δεν το ήξερα αυτό» ή «το έκανα λάθος, ας το διορθώσουμε». Αυτό δεν το βλέπεις συχνά, κι όταν το δεις σε κάποιον, καταλαβαίνεις πως έχεις μπροστά σου έναν πραγματικό άνθρωπο.

Το ίδιο ισχύει και για εμάς. Σε τόσα χρόνια δεν τα καταφέραμε όλα σωστά, κάναμε και λάθη. Αλλά αυτό που μας κράτησε αυθεντικούς δεν ήταν το ότι δεν σφάλαμε ποτέ, ήταν το ότι δεν φοβηθήκαμε να το παραδεχτούμε και να διορθώσουμε.

 

Seaside
Seaside

Author