Πώς θα περιέγραφες τη διαδρομή που σε έφερε μέχρι εδώ;
Η ίδια μου η διαδρομή, ο τρόπος που έζησα και οι διαφορετικές περίοδοι της ζωής μου με οδήγησαν, νομίζω, στο σήμερα. Μεγάλωσα στη Νάξο, σε μια οικογένεια με πολύ ισχυρή σχέση με τον τόπο. Οι γονείς και οι παππούδες μου μού καλλιέργησαν την αγάπη για τη γη, τη φύση, τα ζώα, αλλά και την έννοια της κοινότητας, της φροντίδας, του μοιράσματος και της προσφοράς. Δεν ήταν πράγματα που μου δίδαξαν μόνο με λόγια· τα έβλεπα καθημερινά στον τρόπο που ζούσαν.
Σπούδασα Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία και ασχολήθηκα με τη διδασκαλία. Αργότερα βρέθηκα στον χώρο της φιλοξενίας και άρχισα να βλέπω τον τόπο και μέσα από τη γαστρονομία, το τοπίο και την εμπειρία του ανθρώπου που έρχεται στη Νάξο και θέλει να τη γνωρίσει πραγματικά.
Σήμερα βλέπω ότι, παρότι αυτοί οι δρόμοι μπορεί αρχικά να φαίνονταν διαφορετικοί, είχαν έναν κοινό πυρήνα: τη σχέση με τον άνθρωπο και τον τόπο, τη γνώση, τη φροντίδα, την ανάγκη να δημιουργώ και να προσφέρω κάτι που να έχει ουσία.
Πώς γεννήθηκε η Πολυκρίτη και ποια είναι η φιλοσοφία της;
Η Πολυκρίτη γεννήθηκε από την ανάγκη να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου η γνώση, η παράδοση και ο πολιτισμός θα μπορούν να παραμένουν ζωντανά και να αποκτούν νόημα στο σήμερα. Δεν με ενδιέφερε να δημιουργήσουμε απλώς έναν φορέα που διοργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Ζω στη Νάξο, έχω γεννηθεί και μεγαλώσει εδώ, επομένως η σχέση μου με τον τόπο είναι εκ των έσω. Με ενδιαφέρει κάθε φορά να τον αφουγκράζομαι, να αντιλαμβάνομαι τις ανάγκες του και να προσπαθούμε να προσθέτουμε κάτι ουσιαστικό σε αυτό που ήδη υπάρχει. Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την προσπάθεια έχουν πάντα τα παιδιά και οι νέοι.
Αν έπρεπε να συνοψίσω την Πολυκρίτη σε μία σκέψη, θα έλεγα ότι προσπαθούμε να δημιουργήσουμε γέφυρες ανάμεσα σε αυτό που έχουμε κληρονομήσει και σε αυτό που μπορούμε ακόμη να δημιουργήσουμε, ανάμεσα στη γνώση και το βίωμα, ανάμεσα στις γενιές και τελικά ανάμεσα στον τόπο και στους ανθρώπους.
Πίσω από τον ιστορικό ελαιώνα και το κτήμα Καμπόνες υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα και μακρόχρονη ιστορία. Ποια είναι αυτή και πώς συνδέεται με την οικογένειά σου;
Οι Καμπόνες πέρασαν στην οικογένειά μου το 1901, όταν το κτήμα αγοράστηκε από τον προπάππο μου, Νικόλαο Πολυκρέτη. Ήταν μια εποχή κατά την οποία μεγάλο μέρος της εύφορης γης της Νάξου βρισκόταν ακόμη στην κατοχή καθολικών οικογενειών ενετικής καταγωγής και η καλλιέργεια της γης γινόταν συχνά υπό συνθήκες φεουδαρχικού χαρακτήρα. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, το να καταφέρει ένας ορθόδοξος καλλιεργητής να αποκτήσει ένα τόσο εύφορο κτήμα ήταν ένα πολύ σημαντικό επίτευγμα για την εποχή.
Μεγάλωσα ακούγοντας αυτή την ιστορία από τον πατέρα μου. Ο προπάππος μου χρειάστηκε να δανειστεί ένα μέρος των χρημάτων για την αγορά και, όπως μου διηγείται πάντα ο πατέρας μου με συγκίνηση, χάρη στην πλούσια παραγωγή του κτήματος κατάφερε μέσα στον πρώτο κιόλας χρόνο να αποπληρώσει το χρέος του. Στην οικογενειακή μας μνήμη αυτό έμεινε ως μια ιστορία μόχθου, πίστης και θεϊκής βοήθειας.
Έκτοτε οι Καμπόνες πέρασαν από γενιά σε γενιά και σήμερα είμαι η τέταρτη γενιά που έχει την ευθύνη τους. Γι’ αυτό για μένα δεν είναι απλώς ένα οικογενειακό κτήμα· είναι ένας τόπος που παραλάβαμε με μια ιστορία και μαζί με αυτήν την ευθύνη να τον φροντίσουμε και να τον παραδώσουμε στους επόμενους.
Τι ακριβώς ετοιμάζεται με την έκθεση Nurturing Mechanisms: Συνυφάνσεις στις Καμπόνες, πώς γεννήθηκε η ιδέα της έκθεσης και τι περιλαμβάνει;
Το Nurturing Mechanisms: Συνυφάνσεις στις Καμπόνες είναι μια έκθεση σύγχρονης τέχνης που θα παρουσιαστεί στον ιστορικό ελαιώνα από τις 5 έως τις 19 Σεπτεμβρίου, σε επιμέλεια της Σεβαστιάνας Κωνστάκη.
Η αρχική σκέψη γεννήθηκε μέσα από τον ίδιο τον τόπο. Από την αρχή δεν φανταζόμουν έργα απλώς τοποθετημένα μέσα σε έναν όμορφο ελαιώνα. Ήθελα τα ίδια τα δέντρα να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έκθεσης και των έργων, όχι απλώς το φυσικό τους σκηνικό. Μοιράστηκα αυτή τη σκέψη με τη Σεβαστιάνα και τις καλλιτέχνιδες και πάνω σε αυτήν αναπτύχθηκε στη συνέχεια ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος.
Οι καλλιτέχνιδες επισκέφθηκαν τις Καμπόνες, περπάτησαν και μελέτησαν τον ελαιώνα και δημιούργησαν τα έργα τους μέσα από αυτή την επιτόπια έρευνα και τη σχέση τους με τον τόπο. Η έκθεση περιλαμβάνει γλυπτά, εγκαταστάσεις, υφαντά, καθώς και μια ηχητική και ποιητική περφόρμανς, ενώ το νήμα, σε διαφορετικές μορφές, λειτουργεί ως κοινό υλικό που διατρέχει τα έργα.
Αυτό που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι ότι η έκθεση δεν έρχεται απλώς να τοποθετηθεί στις Καμπόνες. Γεννιέται μέσα από τη σχέση με αυτές.
Έχοντας στο ενεργητικό σας μια σειρά από ενδιαφέρουσες δράσεις που σχετίζονται με την εντοπιότητα και την παράδοση της Νάξου, πόσο σημαντικό θεωρείς το έργο σας και πώς αντιδρά το τοπικό όσο και το ξένο κοινό;
Πιστεύω ότι καθετί που γίνεται με αλήθεια, με σεβασμό στον τόπο και με μια ειλικρινή διάθεση προσφοράς στην κοινότητα έχει τη σημασία του, ανεξάρτητα από το μέγεθός του. Δεν χρειάζεται κάθε δράση να είναι μεγάλη ή εντυπωσιακή· αρκεί να έχει λόγο ύπαρξης και να προσθέτει κάτι ουσιαστικό σε αυτό που ήδη υπάρχει. Με αυτή τη σκέψη προσπαθούμε να δουλεύουμε και στην Πολυκρίτη.
Η ανταπόκριση μέχρι σήμερα είναι πολύ θετική. Η τοπική κοινωνία έχει αγκαλιάσει τις δράσεις μας και αυτό έχει για εμάς ιδιαίτερη αξία. Υπάρχει μια ξεχωριστή συγκίνηση όταν οι άνθρωποι του τόπου αναγνωρίζουν μέσα σε μια δράση κάτι δικό τους, μια μνήμη ή ένα κομμάτι της κοινής τους εμπειρίας. Και ακόμη περισσότερο όταν πρόκειται για τα παιδιά και τις εκπαιδευτικές μας δράσεις, γιατί εκεί αισθάνεσαι ότι δημιουργείται μια συνέχεια.
Αντίστοιχα, οι επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό ανταποκρίνονται με πολύ ενδιαφέρον, ίσως γιατί μέσα από αυτές τις δράσεις συναντούν μια διαφορετική πλευρά της Νάξου, πέρα από την εικόνα του τουριστικού προορισμού. Πιστεύω ότι όταν κάτι είναι πραγματικά ριζωμένο στον τόπο του και εκφράζεται με αλήθεια και αυθεντικότητα, δεν περιορίζεται από την εντοπιότητά του· αντίθετα, μπορεί να γίνει οικουμενικό, γιατί τελικά αγγίζει κάτι βαθιά ανθρώπινο.
Ποιο είναι το μεγάλο όραμά σου και πόσο σημαντικό για εσένα είναι να κινείς τα νήματα μιας σημαντικής για τον τόπο σου πρωτοβουλίας;
Δεν ξέρω αν έχω ένα «μεγάλο όραμα» με την έννοια ενός συγκεκριμένου τελικού προορισμού. Έχω περισσότερο μια κατεύθυνση: να συνεχίσουμε να δημιουργούμε στη Νάξο πράγματα με ουσία, που να ξεκινούν από τον ίδιο τον τόπο αλλά να είναι ανοιχτά στη σύγχρονη σκέψη, στην τέχνη, στη γνώση και στους ανθρώπους.
Θα ήθελα η Πολυκρίτη να συνεχίσει να δημιουργεί ευκαιρίες συνάντησης και συμμετοχής, ιδιαίτερα για τα παιδιά και τους νέους, και να προσθέτει κάθε φορά κάτι ουσιαστικό στην πολιτιστική ζωή του νησιού, όχι με στόχο την ποσότητα, αλλά με συνέπεια και ουσία.
Όσο για το «να κινώ τα νήματα», δεν το αισθάνομαι ακριβώς έτσι. Αυτό που μου δίνει χαρά είναι να έχω μια ιδέα, να μπορώ να φέρω κοντά ανθρώπους που εκτιμώ, να δημιουργήσω τις συνθήκες και στη συνέχεια να βλέπω την αρχική ιδέα να εξελίσσεται μέσα από τη γνώση, το ταλέντο και τη ματιά όλων όσοι συμμετέχουν.
Για μένα, το σημαντικό δεν είναι να βρίσκεται κανείς στο κέντρο μιας πρωτοβουλίας, αλλά να μπορεί να δημιουργεί τον χώρο ώστε κάτι ουσιαστικό να συμβεί.
Τι άλλο ακολουθεί στα άμεσα σχέδιά σας; Τι είναι η μνήμη για σένα και πόσο σπουδαίο είναι να μεταφραστεί σε κάτι σύγχρονο και εύπεπτο για τις νεότερες γενιές; Υπάρχουν νέα παιδιά που ενδιαφέρονται για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού;
Η μνήμη για μένα δεν είναι απλώς η ανάκληση όσων υπήρξαν. Είναι ένας τρόπος να καταλαβαίνουμε από πού ερχόμαστε και, ίσως, να επιλέγουμε πιο συνειδητά προς τα πού θέλουμε να πάμε. Γι’ αυτό και δεν με ενδιαφέρει η παράδοση ως νοσταλγία· με ενδιαφέρει η συνέχεια.
Και εδώ θεωρώ ότι έχουμε ευθύνη απέναντι στις νεότερες γενιές. Όχι να τους παραδώσουμε κάτι έτοιμο και να τους ζητήσουμε απλώς να το διατηρήσουν, αλλά να τους δώσουμε τη δυνατότητα να το γνωρίσουν, να το βιώσουν, να το αμφισβητήσουν ακόμη και να το επανερμηνεύσουν μέσα από τη δική τους εποχή. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται να δημιουργούμε σύγχρονους τρόπους πρόσβασης στην πολιτιστική κληρονομιά, χωρίς όμως να απλοποιούμε ή να αλλοιώνουμε την ουσία της.
Από την εμπειρία μου μέσα από τις δράσεις της Πολυκρίτης, βλέπω ότι τα παιδιά και οι νέοι ενδιαφέρονται όταν τους δίνεται πραγματικός χώρος συμμετοχής. Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι μόνο αν οι νέοι ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά, αλλά και με ποιον τρόπο εμείς τους προσκαλούμε να αποκτήσουν τη δική τους σχέση μαζί της.
Όσο για τα άμεσα σχέδιά μας, θέλω να συνεχίσουμε σε αυτή την κατεύθυνση, με δράσεις που συνδέουν τον πολιτισμό, τη σύγχρονη δημιουργία και την εκπαίδευση, δίνοντας ιδιαίτερο χώρο στις νεότερες γενιές.
Οι παραδοσιακές τέχνες και η πλούσια γαστρονομική ιστορία του νησιού έχουν συνέχεια στο σήμερα;
Ναι, και νομίζω ότι στη Νάξο είμαστε πολύ τυχεροί σε αυτό. Ιδιαίτερα η γαστρονομία παραμένει ζωντανή, γιατί είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή του νησιού, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Εξακολουθούμε να καλλιεργούμε τη γη, να εκτρέφουμε ζώα και να παράγουμε εξαιρετικά τοπικά προϊόντα. Έτσι, η γαστρονομική μας παράδοση δεν περιορίζεται σε παλιές συνταγές, αλλά παραμένει μέρος της καθημερινής ζωής και εξελίσσεται μαζί της.
Αντίστοιχα, παραδοσιακές τέχνες όπως η υφαντική, το κέντημα, το βελονάκι και η κεραμική εξακολουθούν να υπάρχουν, ενώ ιδιαίτερα ζωντανή παραμένει και η μουσική παράδοση της Νάξου. Υπάρχουν βέβαια γνώσεις και τεχνικές που με τον χρόνο χάνονται, και αυτό μας θυμίζει ότι η συνέχεια δεν είναι ποτέ αυτονόητη.
Ποιες από τις δράσεις της Πολυκρίτης θεωρείς τα σημαντικότερα επιτεύγματα αυτής της προσπάθειας και τι έχει μεγαλύτερη απήχηση;
Κάθε δράση έχει για μένα τη δική της αξία, όμως αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία, θα ήταν ίσως το Rewoven – Η Μνήμη Υφαίνεται Ξανά, κυρίως για τη συνέχεια που απέκτησε.
Η αφετηρία του ήταν βαθιά προσωπική: ένα οικογενειακό κειμήλιο που κουβαλούσε τη μνήμη τεσσάρων γενεών. Μέσα όμως από τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, αυτή η προσωπική ιστορία άνοιξε και συνδέθηκε με τη συλλογική μνήμη και τη χειροτεχνική παράδοση του τόπου.
Μετά την έκθεση, υφάντρες της Νάξου εξέφρασαν οι ίδιες την επιθυμία να εξελίξουν τις γνώσεις τους και να διδαχθούν νέες τεχνικές πάνω στην υφαντική. Ανταποκριθήκαμε οργανώνοντας κύκλους σεμιναρίων, κάτι που είχε για μένα ιδιαίτερη σημασία, γιατί η γνώση αυτή μπορούσε να έχει άμεσο αντίκτυπο και στην επαγγελματική ζωή γυναικών που εξακολουθούν να βιοπορίζονται από την τέχνη τους. Παράλληλα, η συνεργασία με το ΣΕΝ άνοιξε έναν ακόμη κύκλο για το Rewoven, μεταφέροντάς το στην Αθήνα και φέρνοντάς το σε επαφή με ένα νέο κοινό.
Ίσως αυτό είναι που ξεχωρίζω περισσότερο σε αυτή τη δράση: ξεκίνησε από κάτι πολύ προσωπικό και κατάφερε να αποκτήσει μια πολύ μεγαλύτερη, συλλογική συνέχεια. Να συμβάλει στη διατήρηση μιας τέχνης, αλλά και στην εξέλιξή της, και να έχει έναν πραγματικό αντίκτυπο στους ανθρώπους που τη συνεχίζουν.
Είναι ο πολιτισμός η βάση και η αφετηρία για να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας και να αποκτήσουμε μια καλύτερη ζωή; Υπάρχουν τα κατάλληλα κίνητρα για να προσανατολιστούν οι νέες γενιές στον δρόμο αυτό; Ποιοι είναι οι τρόποι για να βιώνουμε εμπειρικά την πλούσια κληρονομιά μας σαν μέρος της καθημερινότητάς μας;
Πιστεύω ότι ο πολιτισμός μπορεί να διευρύνει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, τον εαυτό μας και τους άλλους. Μας φέρνει σε επαφή με διαφορετικές ιδέες και τρόπους σκέψης και, υπό αυτή την έννοια, μπορεί να συμβάλει σε μια πιο πλούσια και συνειδητή ζωή.
Όσο για τις νεότερες γενιές, νομίζω ότι περισσότερο από «κίνητρα» χρειάζονται ευκαιρίες: πρόσβαση στη γνώση, στην τέχνη και στον πολιτισμό, αλλά κυρίως τη δυνατότητα να συμμετέχουν και να αποκτούν τη δική τους σχέση μαζί τους.
Στη Νάξο έχουμε ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Σε μεγάλο βαθμό, η πολιτιστική μας κληρονομιά εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής. Η γαστρονομία συνδέεται ακόμη με την τοπική παραγωγή, η μουσική και τα πανηγύρια παραμένουν ζωντανά, τα ήθη και τα έθιμα συνεχίζονται και οι άνθρωποι συμμετέχουν σε αυτά. Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για μια κληρονομιά που καλούμαστε να γνωρίσουμε· είναι κάτι που εξακολουθούμε να βιώνουμε.
Το επόμενο στοίχημα, ίσως, είναι να βρούμε δημιουργικούς τρόπους ώστε αυτή η κληρονομιά να συνομιλεί και με το σήμερα. Όχι να χάσει την αυθεντικότητά της ή να απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές της μορφές, αλλά να μπορεί παράλληλα να γίνεται αφετηρία για νέες ιδέες, νέες αναγνώσεις και σύγχρονη δημιουργία.
Ποια είναι η πιο σημαντική για σένα πτυχή της ζωής σου; Τι είναι αυτό που αγαπάς να δημιουργείς;
Η πιο σημαντική πτυχή της ζωής μου είναι οι σχέσεις μου με τους ανθρώπους που αγαπώ και, γενικότερα, η φροντίδα. Η οικογένειά μου, οι άνθρωποί μου, τα ζώα μου, η φύση, ο τόπος στον οποίο ζω. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται για μένα η πραγματική αξία της ζωής.
Και ίσως από εκεί ξεκινά και η ανάγκη μου να δημιουργώ. Δεν ξέρω αν αγαπώ να δημιουργώ ένα συγκεκριμένο «πράγμα». Αγαπώ περισσότερο να δημιουργώ συνθήκες: να φέρνω ανθρώπους κοντά, να γεννιέται μια ιδέα, να αποκτά μορφή και τελικά να προκύπτει κάτι που έχει νόημα και μπορεί να μοιραστεί.
Η δημιουργία μού δίνει μεγάλη χαρά, αλλά νομίζω ότι αυτό που αναζητώ μέσα από αυτήν είναι πάντα η σύνδεση. Με έναν άνθρωπο, με έναν τόπο, με μια μνήμη, με κάτι που αξίζει να φροντίσουμε.
Ποια δέκα πράγματα δεν πρέπει να χάσει κανείς όταν έρχεται για πρώτη φορά στο νησί μας;
Θα του έλεγα κυρίως να μη γνωρίσει τη Νάξο μόνο με τα μάτια. Να τη γευτεί, να την περπατήσει, να μιλήσει με τους ανθρώπους της και, αν μπορεί, να απομακρυνθεί λίγο από τα προφανή.
1. Να περιπλανηθεί στα χωριά της ενδοχώρας. Οπωσδήποτε στο Χαλκί και την Απείρανθο, αλλά και στον Καλόξυλο και στους Μύλους, με το καταπράσινο τοπίο και τους όμορφους καταρράκτες τους.
2. Να φάει σε ένα αυθεντικό ταβερνάκι του χωριού. Στο Χαρχαλιά στην Ποταμιά, στην Πλατειά στη Γαλήνη ή σε ένα από τα παραδοσιακά ταβερνάκια στις Μέλανες. Η ναξιώτικη κουζίνα είναι από τους πιο άμεσους τρόπους να γνωρίσει κανείς τον τόπο, τα προϊόντα του και τους ανθρώπους του.
3. Να δοκιμάσει τα τυριά και τα προϊόντα της Νάξου και, αν έχει την ευκαιρία, να γνωρίσει τους ίδιους τους παραγωγούς. Ανθρώπους όπως ο Νικόλας Πιτταράς, που εδώ και χρόνια συνδέει την κτηνοτροφία με την τυροκομία και συνεχίζει μια γνώση που περνά από γενιά σε γενιά. Μέσα από τους ίδιους τους παραγωγούς καταλαβαίνει κανείς καλύτερα πόσο άμεσα συνδέονται στη Νάξο η γη, η παραγωγή και η γαστρονομία.
4. Να γνωρίσει τις παραλίες μας. Την Πλάκα με τη μεγάλη αμμουδιά της, αλλά και πιο απομονωμένες, ανοργάνωτες παραλίες. Και σε μια μέρα χωρίς αέρα, να φτάσει μέχρι το Αμπράμ και να ανακαλύψει τη διαφορετική ομορφιά της βόρειας Νάξου.
5. Να περπατήσει στη Χώρα και στο Κάστρο, χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα, αφήνοντας τα σοκάκια να τον οδηγήσουν στα διαφορετικά ιστορικά στρώματα της πόλης.
6. Να δει το ηλιοβασίλεμα στην Πορτάρα. Είναι ίσως η πιο αναγνωρίσιμη εικόνα της Νάξου, αλλά παραμένει μια εμπειρία που αξίζει να ζήσει κανείς.
7. Να ανακαλύψει τα περιπατητικά μονοπάτια της Νάξου. Μια όμορφη και σχετικά εύκολη διαδρομή, ακόμη και για αρχάριους, είναι εκείνη που περνά από την περιοχή των Κούρων στις Μέλανες και προς την Ποταμιά. Είναι ένας υπέροχος τρόπος να γνωρίσει κανείς περπατώντας το φυσικό τοπίο της Νάξου, σε μια διαδρομή που συνδυάζει σημαντικά αρχαιολογικά μνημεία, φύση και όμορφα χωριά της ενδοχώρας.
8. Να συναντήσει ανθρώπους που κρατούν ζωντανές παλιές τέχνες και γνώσεις, όπως στον παραδοσιακό ξυλόφουρνο του Τσελέντη στον Κινίδαρο ή σε κάποιο από τα εργαστήρια κεραμικής του νησιού.
9. Να επισκεφθεί στο Χαλκί την ιστορική ποτοποιία Βαλληνδρά και να γνωρίσει το κίτρο, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά προϊόντα της Νάξου — και, φυσικά, να δοκιμάσει τα παραδοσιακά γλυκά του νησιού.
10. Και, αν βρεθεί εδώ την κατάλληλη εποχή, να ζήσει ένα ναξιώτικο πανηγύρι. Όχι μόνο ως θεατής, αλλά όσο μπορεί ως μέρος του: μέσα από τη μουσική, τον χορό, το φαγητό και τους ανθρώπους. Εκεί συναντά κανείς κάτι από τη Νάξο που παραμένει πραγματικά ζωντανό.
Τι είναι αυτό που σου δίνει χαρά; Ποιος είναι ο δικός σου ορισμός για την ομορφιά;
Χαρά μού δίνουν κυρίως οι άνθρωποι που αγαπώ, η οικογένειά μου, τα παιδιά μου, τα ζώα μου, η φύση, αλλά και οι μικρές στιγμές της καθημερινότητας που πολλές φορές θεωρούμε δεδομένες. Μου δίνει επίσης μεγάλη χαρά η δημιουργία και, ακόμη περισσότερο, όταν κάτι που δημιουργείται μπορεί να μοιραστεί και να δώσει χαρά και σε άλλους.
Για μένα η ομορφιά έχει πάντα κάτι που σε συγκινεί. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, ένα τοπίο, ένα παλιό αντικείμενο, ακόμη και μια μικρή χειρονομία. Δεν ξέρω αν μπορώ να την ορίσω περισσότερο από αυτό: είναι κάτι που αναγνωρίζεις πρώτα με το συναίσθημα.
Τι θεωρείς αυθεντικό στις μέρες μας;
Για μένα αυθεντικό είναι αυτό που έχει αλήθεια. Αυτό που δεν προσπαθεί να αποδείξει κάτι, δεν προσποιείται και δεν επιδιώκει να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Απλώς υπάρχει και αναγνωρίζεται ως αυθεντικό, σχεδόν ενστικτωδώς.
Ζούμε σε μια εποχή όπου κατακλυζόμαστε από εικόνες τελειότητας, τέλειες ζωές, τέλειους ανθρώπους, τέλεια αντικείμενα και όλο αυτό, τουλάχιστον σε εμένα, δημιουργεί συχνά μια δυσπιστία και μια δυσφορία.
Το αυθεντικό, αντίθετα, για μένα εμπεριέχει πάντα και μια μορφή ατέλειας. Είτε πρόκειται για έναν άνθρωπο είτε για ένα αντικείμενο, αυτή η ατέλεια δεν αφαιρεί από την αξία του· είναι μέρος της ιστορίας και της μοναδικότητάς του. Ίσως γι’ αυτό το αυθεντικό είναι τελικά τόσο γοητευτικό: δεν είναι τέλειο, είναι ολόκληρο.