Έχετε μια αφοπλιστική ειλικρίνεια στον τρόπο που προσεγγίζετε την Τέχνη σας και συνήθως η φύση γίνεται το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεστε και δημιουργείτε. Πως προέκυψε αυτό και πως ξεκίνησε το δημιουργικό σας ταξίδι σε αυτόν τον άξονα;
Με ενδιαφέρει η αλήθεια στην τέχνη. Και αυτό που ίσως περιγράφετε ως αφοπλιστική ειλικρίνεια έχει να κάνει ακριβώς με αυτή την ανάγκη να εντοπίζω κάτι ουσιαστικό και να προσπαθώ να το αναδείξω χωρίς να το επιβαρύνω με κάτι περιττό. Για μένα, η φύση έχει αυτή την αλήθεια και με ενέπνευσε να δουλέψω με στοιχεία της όπως το χώμα, το νερό, το αλάτι, τα βότσαλα και τα ουράνια σώματα.
Αυτό ξεκίνησε πολύ νωρίς στη δουλειά μου, ήδη από το πρώτο έργο που έκανα στο προπτυχιακό μου με άμμο, χώμα και νερό. Άρχισα τότε να πειραματίζομαι με τα φυσικά υλικά και να παρατηρώ τι μπορεί να συμβεί όταν παρεμβαίνεις ελάχιστα σε ένα υλικό, αναδεικνύοντας κάτι που ήδη υπάρχει μέσα του. Υπάρχει κάτι σχεδόν μαγικό σε αυτό. Με μια πολύ μικρή παρέμβαση μπορεί ξαφνικά να εμφανιστεί ένα χαρακτηριστικό του υλικού που πριν δεν έβλεπες. Από εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά μια ευρύτερη αναζήτηση γύρω από την κατανόηση του φυσικού κόσμου και της θέσης μας μέσα σε αυτόν.
Με τα χρόνια αυτή η αναζήτηση έγινε ένας σταθερός άξονας της δουλειάς μου. Συχνά ξεκινώ από ένα φυσικό υλικό ή από μια διαδικασία που απαντάται στη φύση και, μέσα από ειδική επεξεργασία, προσπαθώ να δω μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι ιδιότητές τους, χωρίς όμως να χάνεται η αρχική αλήθεια αυτού που έχω μπροστά μου. Νομίζω ότι αυτό που εξακολουθεί να με συγκινεί περισσότερο είναι η υπερβατική ομορφιά της φύσης και το πόσο μακριά μπορεί να σε οδηγήσει κάτι τόσο απλό και πραγματικό όσο το νερό, το χώμα ή ένα βότσαλο.
Ποια θεωρείτε τα σημεία σταθμούς στη διαδρομή σας που σας διαμόρφωσαν σαν καλλιτέχνη και άφησαν το αποτύπωμα τους στην ψυχή και στον τρόπο που δημιουργείτε;
Υπάρχουν ορισμένα έργα που, κοιτάζοντας πίσω, μπορώ να πω πολύ καθαρά ότι υπήρξαν σταθμοί, γιατί κάθε ένα από αυτά με μετακίνησε κάπου αλλού. Το πρώτο είναι σίγουρα το Desert Breath (1997). Ήταν το πρώτο μου έργο land art και η κλίμακα του εγχειρήματος ήταν πρωτόγνωρη για μένα, τόσο ως προς το τοπίο και το ίδιο το έργο όσο και ως προς τον χρόνο που χρειάστηκε από τη σύλληψη μέχρι την ολοκλήρωσή του. Το δημιουργήσαμε ως D.A.ST. Arteam μαζί με την Αλεξάνδρα Στράτου και τη Στέλλα Κωνσταντινίδη και αυτή η στενή συνεργασία ήταν από μόνη της μια πολύ δυνατή εμπειρία. Θυμάμαι ότι για μεγάλο διάστημα ήμουν απόλυτα συγκεντρωμένη εκεί, σχεδόν αποκομμένη από τον έξω κόσμο. Νομίζω ότι αυτή η αφοσίωση, αλλά και η επαφή μου με την έρημο, με την Αίγυπτο και με έναν πολιτισμό πέρα από το δυτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο είχα μεγαλώσει, με άλλαξαν ουσιαστικά. Η αίσθηση της γης και του ουρανού στην έρημο έχει μείνει μέσα μου μέχρι σήμερα.
Ένα δεύτερο πολύ κομβικό έργο ήταν Το Ποτάμι της ζωής (2004) που ξεκίνησε ως σύλληψη σε ένα ταξίδι μου με ποταμόπλοιο στον Νείλο, κατά τη διάρκεια του οποίου αισθάνθηκα με το σώμα μου ότι όλα τα ποτάμια μοιράζονται, κατά κάποιον τρόπο, μια κοινή ροή, όπως και η ίδια μας η αναπνοή. Όταν, κατά την υλοποίηση του έργου, ταξίδευα πλέοντας στους επτά μεγαλύτερους ποταμούς του κόσμου και κατέγραφα μέσω βίντεο τη ροή του νερού και τους παραποτάμιους πολιτισμούς, άρχισε να αλλάζει και το βλέμμα μου. Μέχρι τότε το κέντρο της δουλειάς μου ήταν κυρίως η φύση. Εκεί άρχισε να μπαίνει πολύ πιο έντονα ο άνθρωπος και η δουλειά μου πήρε μια πιο ανθρωποκεντρική κατεύθυνση. Τόσο η εμπειρία μου στην Αίγυπτο όσο και τα ταξίδια αυτά αναζωπύρωσαν την επιθυμία μου να καταλάβω τον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Αυτή η ανάγκη με οδήγησε αργότερα στο Cut – 7 Διαχωριστικές γραμμές (2007). Ταξίδεψα σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη όπου πολιτικοί, θρησκευτικοί ή εθνικοί διαχωρισμοί έχουν κυριολεκτικά χαράξει το τοπίο και τη ζωή των ανθρώπων. Εκεί ήρθα αντιμέτωπη με μια πολύ πιο βίαιη πλευρά της ανθρώπινης πραγματικότητας. Δεν παρατηρούσα πλέον μόνο το τοπίο, αλλά συναντούσα τους ανθρώπους που ζουν στις δύο πλευρές αυτών των γραμμών. Ήταν μια εμπειρία που επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τη σχέση ανάμεσα στον τόπο και σε όσα συμβαίνουν πάνω του και έστρεψε τη δουλειά μου πιο καθαρά προς κοινωνικοπολιτικά και γεωπολιτικά θέματα.
Αργότερα, στο Πάνω στη Γη Κάτω από τα Σύννεφα (2017) στην Ελευσίνα, αισθάνθηκα ότι πράγματα που μέχρι τότε εμφανίζονταν ξεχωριστά στη δουλειά μου άρχισαν να συνυπάρχουν. Επέστρεψα στο νερό, στο χώμα, στον πηλό, αλλά αυτή τη φορά μέσα σε ένα έντονα βιομηχανικό τοπίο, σε έναν τόπο όπου συνυπάρχουν η αρχαιότητα, η βιομηχανική ιστορία, η μετακίνηση ανθρώπων και η σύγχρονη ζωή. Εκεί για πρώτη φορά ένιωσα ότι όλες αυτές οι διαφορετικές πλευρές μπορούσαν να υπάρχουν μέσα στο ίδιο έργο χωρίς η μία να αναιρεί την άλλη.
Το Νήματα μνήμης (2020) ήταν ένα ακόμη βήμα σε αυτή την κατεύθυνση. Δούλεψα μέσα στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Πειραϊκής–Πατραϊκής, με τη μνήμη του ίδιου του βιομηχανικού χώρου, τους ήχους των μηχανών και τις διηγήσεις ανθρώπων που είχαν εργαστεί εκεί. Παράλληλα, ήταν σημαντικό για μένα ότι μπορούσα να δουλέψω με μια πιο λιτή χειρονομία, πολύ πιο άμεσα συνδεδεμένη με το σώμα μου και με ό,τι ήδη υπήρχε στον χώρο. Αυτό με προετοίμασε, με έναν τρόπο, για το Water Traces (2023) στη Δυτική Αυστραλία. Εκεί αισθάνθηκα ότι μπορούσα πλέον να εμπιστευτώ ακόμη περισσότερο τη μεθοδολογία που είχα αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό σήμαινε να φτάσω σε έναν τόπο χωρίς προκατασκευασμένη ιδέα, να τον παρατηρήσω, να ακούσω τους ανθρώπους του και να προσπαθήσω να τον αφουγκραστώ και να καταλάβω τι βρίσκεται ήδη εκεί. Στην περίπτωση αυτή ήταν τα υπόγεια νερά, το αγροτικό τοπίο, η ανθρώπινη επέμβαση πάνω στη γη και η γνώση του τόπου. Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να φέρω στην επιφάνεια κάτι που υπήρχε ήδη, αλλά δεν ήταν άμεσα ορατό, δηλαδή να επιτρέψω στο αόρατο να γίνει ορατό.
Η έκθεση Αφάλες μπορεί να αποτελέσει έναν ακόμη τέτοιο σταθμό, αν και αυτό μόνο ο χρόνος μπορεί πραγματικά να το δείξει. Στην έκθεση επιστρέφω σε στοιχεία που υπάρχουν στη δουλειά μου από πολύ νωρίς, όπως το νερό, η γη, τα ουράνια σώματα και η έννοια του χρόνου, αλλά αυτή τη φορά συναντώ και κάτι πολύ πιο προσωπικό, τη μνήμη της μητέρας μου, της Ελένης Πόταγα και το γλυπτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα. Ίσως γι’ αυτό αισθάνομαι ότι εδώ κάπως κλείνει ένας κύκλος και ταυτόχρονα ανοίγει ένας άλλος.
Το έργο σας παρουσιάζει ταυτόχρονα μια ματαιότητα αλλά και έναν ανώτερο σκοπό για τον άνθρωπο και τη σχέση του με τη φύση. Τι είναι αυτό που ετοιμάζετε στην έκθεση σας, τι σας ενέπνευσε και πως ένα κομμάτι της δικής σας φύσης θα τοποθετηθεί στην καρδιά της Αθήνας.
Στη ζωή υπάρχει συνεχώς αυτή η πάλη, μαζί με την αποδοχή ότι είμαστε προσωρινά εδώ. Η επίγνωση ότι η ζωή δεν διαρκεί για πάντα δεν σημαίνει ότι παύουμε να προσπαθούμε ή να δημιουργούμε. Αντίθετα, μας κάνει να αισθανόμαστε πιο έντονα την αξία του χρόνου που έχουμε. Αυτό υπάρχει στη δουλειά μου από πάντα και στις ΑΦΑΛΕΣ παίρνει τη μορφή της εναλλαγής του φωτός και του σκότους. Η έκθεση ξεκίνησε από τα κατάλευκα, φυσικά λειασμένα βότσαλα της παραλίας στις Αφάλες της Ιθάκης και από τη σκέψη του βαθιού χρόνου που χρειάζεται για να διαμορφωθεί μια πέτρα από το νερό, τα ρεύματα και την επίδραση της Σελήνης.
Αργότερα, ξαναδιαβάζοντας το ποίημα της μητέρας μου, της Ελένης Πόταγα, Βότσαλο θαυμαστό, κατάλαβα ότι μιλούσε ουσιαστικά για την ίδια διαδρομή, για τη σύγκρουση και τη φθορά που κάποια στιγμή οδηγούν στη μορφή. Από εκεί άρχισε να παίρνει συγκεκριμένη μορφή η έκθεση, με το βότσαλο, τη Σελήνη, το αλάτι, το νερό και το Breathe (2000), που επαναφέρει τον άνθρωπο μέσα σε αυτό το σύστημα. Για μένα όμως υπάρχει και κάτι βαθιά προσωπικό. Μεγάλωσα ανάμεσα στα γλυπτά της μητέρας μου και μέσα από αυτή τη δουλειά αισθάνομαι ότι επιστρέφω σε εκείνες τις μορφές και ταυτόχρονα σε μια πλευρά της που κατάλαβα πολύ αργότερα. Αυτό είναι και το πιο προσωπικό κομμάτι που φέρνω σε αυτή την έκθεση.
Το έργο έχει δανειστεί το όνομά του από την ομώνυμη παραλία στην Ιθάκη. Ποιος είναι ο συμβολισμός που αποδίδεται;
Στην αρχή δεν γνώριζα το όνομα της παραλίας. Αυτό που με τράβηξε ήταν τα κατάλευκα, φυσικά σμιλευμένα βότσαλα και η αίσθηση που μου δημιούργησε ο ίδιος ο τόπος. Άρχισα να τα μαζεύω σχεδόν ενστικτωδώς και μόνο αργότερα έμαθα ότι η παραλία λέγεται Αφάλες. Τότε με γοήτευσε η ηχητική συγγένεια της λέξης με τον αφαλό, αλλά και η ιδέα της ομφαλοσκόπησης ως μιας διαδικασίας ενδοσκόπησης, μιας κίνησης προς τα μέσα. Παράλληλα, άρχισα να βλέπω στα βότσαλα μια μορφοπλαστική συγγένεια με τις ωοειδείς γλυπτικές φόρμες της μητέρας μου, της Ελένης Πόταγα, ανάμεσα στις οποίες είχα μεγαλώσει. Όλα αυτά άρχισαν σταδιακά να ενώνονται και το όνομα της παραλίας απέκτησε για μένα ένα νόημα πολύ μεγαλύτερο από την αρχική αναφορά στον τόπο.
Το νέο σας έργο λειτουργεί και ως φόρος τιμής στην Ελένη Πόταγα, καθώς αναπτύσσει μια συνομιλία με το έργο της μητέρας σας, τη Μούσα. Πώς επιτυγχάνεται αυτός ο διάλογος, πόσο challenging και συναισθηματικά φορτισμένος ήταν για εσάς και πως αυτό το δεδομένο επηρέασε τη καλλιτεχνική σας έκφραση;
Η έκθεση είναι ένας φόρος τιμής στη μητέρα μου και ξεκίνησε κυρίως από μια προσωπική ανάγκη να πλησιάσω ξανά το έργο της μέσα από το δικό μου και να βρεθώ με αυτόν τον τρόπο σε διάλογο μαζί της. Δεν περιορίζεται στη Μούσα. Η πραγματική αφετηρία ήταν τα βότσαλα στις Αφάλες και, λίγο αργότερα, η επανάγνωση του ποιήματός της Βότσαλο θαυμαστό. Εκεί ανακάλυψα μια πλευρά της που δεν είχα δει με τον ίδιο τρόπο στη γλυπτική της. Τα γλυπτά της επιμένουν στο φως, στο λευκό, στην ομορφιά της φόρμας, ενώ στην ποίησή της εμφανίζονται οι αγωνίες, οι φόβοι και το σκοτάδι. Αυτό ήταν για μένα αρκετά φορτισμένο συναισθηματικά, γιατί με βοήθησε να καταλάβω εκ των υστέρων πράγματα για εκείνη και για τη μεταξύ μας επικοινωνία. Στην εγκατάσταση χρησιμοποιώ υλικά, έννοιες και φόρμες που υπήρχαν και στη δική της δουλειά, αλλά τις μεταφέρω μέσα στη δική μου γλώσσα, δουλεύοντας διαφορετικά με την κλίμακα και την τεχνολογία. Αυτή η δουλειά με έκανε να ξαναπλησιάσω τη γλυπτική φόρμα και να επιστρέψω σε κάτι που είχε ξεκινήσει πολύ παλαιότερα.
Τι είναι αυτό που κάνει τη land art να είναι ο τρόπος της καλλιτεχνικής σας έκφρασης;
Οδηγήθηκα στη land art πολύ φυσικά. Από μικρό παιδί με ενδιέφερε η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και είχα πάντα ανάγκη να βρίσκομαι μέσα σε αυτήν, να παρατηρώ το τοπίο και να προσπαθώ να καταλάβω πώς υπάρχουμε μέσα σε αυτό. Παράλληλα, έχω την τάση να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο από μια ευρύτερη οπτική, σχεδόν σαν bird’s-eye view, και με ελκύει πολύ η μεγάλη κλίμακα. Η land art μου έδωσε τη δυνατότητα να ενώσω αυτά τα δύο πράγματα, τη φυσική εμπειρία του τόπου και την ανάγκη μου να βλέπω τη μεγαλύτερη εικόνα. Δεν ήταν λοιπόν κάτι που αποφάσισα εξαρχής ως καλλιτεχνική κατεύθυνση, αλλά περισσότερο το αποτέλεσμα μιας αναζήτησης που με ακολουθούσε ήδη από πολύ νωρίς.
Πέρα από τη φύση, ένας σημαντικός πυλώνας σε όλα τα έργα σας είναι ο χρόνος, όπως και σε αυτό το έργο. Πώς αποτυπώνεται ο κυνισμός και η ματαιότητα του χρόνου στα έργα σας;
Ο χρόνος έχει μια κυκλικότητα και έναν ρυθμό που επανέρχεται συνεχώς στη δουλειά μου, όπως συμβαίνει με την αναπνοή, τις παλίρροιες ή τις φάσεις της Σελήνης. Πολλά έργα μου είναι εφήμερα και δεν αισθάνομαι την ανάγκη να τα προστατεύσω από τη μεταβολή ή να τα κάνω να διαρκέσουν για πάντα. Με ενδιαφέρει περισσότερο να αφήνονται στον δικό τους χρόνο και, όταν βρίσκονται μέσα στο φυσικό περιβάλλον, να υποχωρούν τελικά μπροστά στη δύναμη της φύσης. Αποδέχομαι ότι όλα μεταβάλλονται και κάποια στιγμή παύουν να υπάρχουν με τη μορφή που τα γνωρίσαμε. Δεν το βλέπω ως κάτι αρνητικό. Είναι μέρος του ίδιου του έργου και του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται
Τι επιθυμείτε να εισπράξει ο θεατής και πως η εμπειρία του κοινού επηρεάζει, μεταμορφώνει με θετικό ή αρνητικό πρόσημο ένα έργο;
Αυτό που θα ήθελα κυρίως είναι ο θεατής να έρχεται σε επαφή με το έργο όσο γίνεται πιο ανοιχτός, ώστε να μπορέσει να αισθανθεί κάτι χωρίς να του υπαγορεύω εκ των προτέρων τι πρέπει να σκεφτεί. Νομίζω ότι αυτός είναι και ένας από τους λόγους που με οδήγησαν στις εγκαταστάσεις και στη land art. Με ενδιαφέρει η φυσική παρουσία του ανθρώπου μέσα στο έργο, η κίνησή του στον χώρο και ο τρόπος με τον οποίο το βιώνει με το σώμα του, γιατί τότε δεν παραμένει απλώς ένας παθητικός παρατηρητής. Σε ορισμένα έργα η συμμετοχή αυτή είναι ακόμη πιο άμεση. Η αντίδραση του κοινού φυσικά με ενδιαφέρει και μπορεί να μου αποκαλύψει πλευρές που δεν είχα προβλέψει, αλλά δεν θεωρώ ότι ένα έργο αποκτά αξία μόνο αν η ανταπόκριση είναι θετική. Κάθε άνθρωπος φέρνει μαζί του τη δική του εμπειρία και αυτό αναπόφευκτα μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το έργο.
Η έκθεση είναι αφιερωμένη στην Άννα Καφέτση, η οποία έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Ιούλιο, αφήνοντας πίσω της μια τεράστια κληρονομιά στο χώρο της τέχνης ως ιδρυτική διευθύντρια του ΕΜΣΤ και όχι μόνο. Μιλήστε μας για αυτό και για τη σχέση σας μαζί της
Η Άννα υπήρξε ένας άνθρωπος καθοριστικός στην πορεία μου. Η σχέση μας ξεκίνησε το 1999, όταν ως επίτροπος του Ελληνικού Περιπτέρου στη Μπιενάλε της Βενετίας επέλεξε εμένα και την Ευανθία Τσαντίλα, δύο νέες τότε γυναίκες καλλιτέχνιδες, σε μια εποχή που αυτό δεν ήταν καθόλου αυτονόητο. Η Άννα είχε την ικανότητα να διακρίνει από νωρίς κάτι στη δουλειά ενός καλλιτέχνη και, το σημαντικότερο, να συνεχίζει να παρακολουθεί συστηματικά τη δουλειά του σε βάθος χρόνου. Από τη Βενετία περάσαμε το 2000 στα πρώτα χρόνια του ΕΜΣΤ με τις Επικοινωνίες – Σύνοψη 1, το 2004 στους Διαπολιτισμούς, όπου παρουσιάστηκε Το Ποτάμι της ζωής, το 2008 στις Transexperiences στο Πεκίνο, το 2010 στην Πολιτική της τέχνης, το 2012 στον Ηχητικό χρόνο και, χρόνια αργότερα, το 2017 στην έκθεση Ο Κήπος βλέπει εδώ στο Μέγαρο. Ήταν μια δημιουργική συνομιλία που επανερχόταν σε διαφορετικές στιγμές της ζωής και της δουλειάς μου, χωρίς να χάνεται στο ενδιάμεσο.
Αυτό που ξεχώριζε στην Άννα ήταν το πάθος της για την τέχνη και η απόλυτη πίστη της ότι η σύγχρονη τέχνη έπρεπε να αποκτήσει πραγματική θέση στην Ελλάδα. Δεν αντιμετώπιζε την επιμέλεια ως μια σειρά εκθέσεων, αλλά δημιουργούσε σχέσεις με τους καλλιτέχνες και επέστρεφε στη δουλειά τους καθώς αυτή εξελισσόταν. Για μένα είχε ιδιαίτερη σημασία ότι με εμπιστεύτηκε σε μια πολύ πρώιμη φάση και ότι αυτή η εμπιστοσύνη εξελίχθηκε σε μια σχέση τόσων χρόνων. Η τύχη θέλησε οι Αφάλες, η έκθεση που εκείνη πρότεινε για το annexM σε συνεργασία με μία νέα επιμελήτρια, να είναι τελικά και το τελευταίο κεφάλαιο αυτής της κοινής διαδρομής. Το ότι δεν πρόλαβε να τη δει ολοκληρωμένη είναι πολύ δύσκολο για μένα. Γι’ αυτό και η αφιέρωση είναι ένα ευχαριστώ για τη σχέση μας, για τις ευκαιρίες που μου έδωσε όταν ήμουν πολύ νέα και για έναν διάλογο που με συνόδευσε σε μεγάλο μέρος της ζωής μου.
Πιστεύετε ότι η Τέχνη σώζει τον κόσμο ή έστω τις ψυχές κάποιων ανθρώπων;
Η τέχνη δεν μπορεί από μόνη της να σώσει τον κόσμο. Μπορεί όμως να μας κάνει να τον δούμε διαφορετικά και να αντιληφθούμε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή ίσως δεν βλέπαμε. Η αλλαγή στον τρόπο που κοιτάζουμε τα πράγματα είναι πολύ σημαντική, γιατί κάποιες φορές είναι ακριβώς αυτό που μας ωθεί να σκεφτούμε διαφορετικά και, ίσως, να δράσουμε.
Δώστε μας τον δικό σας ορισμό για την ομορφιά
Ό,τι αληθινό είναι όμορφο.
Τι θεωρείτε αυθεντικό στις μέρες μας
Το αυθεντικό για μένα είναι αυτό που πηγάζει από μια αληθινή ανάγκη. Στην τέχνη το νιώθω όταν αυτή η ανάγκη είναι τόσο δυνατή, ώστε η δημιουργία ενός έργου να γίνεται σχεδόν συνθήκη για να αναπνεύσεις. Τότε το έργο φέρει τη δική του αλήθεια, πέρα από τάσεις ή αναγνώριση.
Δανάη Στράτου
ΑΦΑΛΕΣ
8 Οκτωβρίου 2026 – 31 Ιανουαρίου 2027
annexM | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Η νέα, μεγάλη έκθεση της Δανάης Στράτου για τη σχέση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος
«Το άγγιγμα των κατάλευκων, ολοστρόγγυλων βότσαλων στις Αφάλες λειτούργησε ως το μαγικό κλειδί που θα ξεκλείδωνε το μονοπάτι του διαλόγου μου με τη γλύπτρια Ελένη Πόταγα, τη μητέρα μου».
Δανάη Στράτου, 2026
Το annexM του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών παρουσιάζει, από τις 8 Οκτωβρίου 2026 έως τις 31 Ιανουαρίου 2027, τη νέα τοποειδική (site–specific) έκθεση της Δανάης Στράτου, Αφάλες, σε επιμέλεια της ιστορικού τέχνης Άλιας Τσαγκάρη. Πρόκειται για το τελευταίο εκθεσιακό εγχείρημα που η Άννα Καφέτση είχε προτείνει και υποστηρίξει ως Διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (annexM) και αφιερώνεται στη μνήμη της, αντί αποχαιρετισμού.
Σχεδιασμένη ειδικά για την Υπηρεσιακή Αυλή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, η έκθεση εξετάζει τη σχέση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος μέσα από τον χρόνο, τη βαρύτητα, τη ροή του νερού και τον σεληνιακό κύκλο, μεταφέροντας στον εκθεσιακό χώρο δυνάμεις και διεργασίες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη κλίμακα και διαμορφώνουν το φυσικό τοπίο. Παράλληλα, η έκθεση φέρνει στο προσκήνιο την καλλιτεχνική και προσωπική σχέση της Στράτου με το έργο της μητέρας της, της γλύπτριας και ποιήτριας Ελένης Πόταγα. Η μετάβαση από την κοσμική κλίμακα στην ύλη και από εκεί στον άνθρωπο γίνεται αισθητή μέσα από μια σειρά νέων έργων που δημιουργήθηκαν ειδικά για την έκθεση, καθώς και από την παρουσίαση, για πρώτη φορά μετά από 25 χρόνια, της εγκατάστασης Breathe [Αναπνεύστε] (2000), από τη μόνιμη συλλογή του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ).
Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Δανάη Στράτου διαγράφει μια συνεπή διεθνή πορεία που συνδέει τη γλυπτική με τη land art ως η μοναδική land art καλλιτέχνις στην Ελλάδα, τη δημόσια τέχνη και τα οπτικοακουστικά περιβάλλοντα.
Γεννημένη το 1964 στην Αθήνα, η Στράτου σπουδάζει γλυπτική στο Central Saint Martins College of Art and Design στο Λονδίνο (1983–1988) και εργάζεται συστηματικά με φυσικά και βιομηχανικά υλικά, ψηφιακή και ηχητική τεχνολογία, βίντεο και φωτογραφία. Η πρακτική της επικεντρώνεται στη σχέση ανθρώπου και περιβάλλοντος, στη μετακίνηση, στη ζωή στις σύγχρονες πόλεις και στις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις της εποχής. Στα έργα της συγκαταλέγονται τα Desert Breath (D.A.ST. Arteam, Ανατολική Σαχάρα, Αίγυπτος, 1997), Το Ποτάμι της Ζωής (ΕΜΣΤ, Αθήνα, 2004), Cut – 7 Διαχωριστικές γραμμές (Αθήνα, 2007), Πάνω στη Γη Κάτω από τα Σύννεφα (Παλαιό Ελαιουργείο, Ελευσίνα, 2017), Concentric (Nirox Sculpture Park, Krugersdorp, Νότια Αφρική, 2019), Water Traces – Making the Invisible Visible (The Farm Margaret River, Δυτική Αυστραλία, 2023) και Ενάρετη σπείρα (Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη 2025, Άγιος Νικόλαος, Κρήτη). Έργα της έχουν παρουσιαστεί, μεταξύ άλλων, στην 48η Μπιενάλε της Βενετίας (1999), στην 1η Μπιενάλε της Βαλένθια (2001), στη La Verrière του Fondation d’entreprise Hermès στις Βρυξέλλες (2010), στο Adelaide Festival (2012), στην έκθεση Κρίσιμοι διάλογοι του ΕΜΣΤ και του M HKA (2016) και στην 7η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης του Πεκίνου (2017).
Τρία χρόνια μετά το τελευταίο της site-responsive land-art έργο στην Αυστραλία, η Στράτου επιστρέφει στην Ελλάδα με μια νέα μεγάλη ατομική έκθεση: Στις Αφάλες, η Στράτου επανέρχεται στη φυσική ύλη και στις δυνάμεις που μεταβάλλουν το τοπίο, οργανώνοντας τα επιμέρους έργα γύρω από την κίνηση του νερού και τον σεληνιακό κύκλο. Το ηχοτοπίο συνδυάζει ήχους νερού και θάλασσας με αποσπάσματα από το ποίημα της Ελένης Πόταγα, Βότσαλο θαυμαστό, σε απαγγελία της εμβληματικής ηθοποιού Ρένης Πιττακή. Η απαγγελία του ποιήματος και ο ήχος των κυμάτων μας εισάγουν στο στοιχείο του νερού προοικονομώντας τη μετάβαση, που γίνεται ορατή από τη βαρυτική επίδραση της Σελήνης στην παλιρροϊκή κίνηση και, μέσω της μακράς δράσης της θάλασσας, στη μορφοποίηση του βότσαλου.
Τα έργα Αφάλες I και Αφάλες II, δύο γλυπτικές μεταγραφές, σε ρητίνη και σε μέταλλο, του ίδιου φυσικού βότσαλου που συλλέχθηκε από την ομώνυμη παραλία της Ιθάκης, μεταφέρουν ένα εύρημα μικρής κλίμακας σε μνημειακές διαστάσεις. Και στις δύο εκδοχές, η τρισδιάστατη σάρωση και ψηφιακή αναπαράσταση του πρωτότυπου βότσαλου συνδυάζονται με παραδοσιακές τεχνικές χύτευσης και χειρωνακτικής γλυπτικής επεξεργασίας. Τα δύο αυτά γλυπτικά βότσαλα διατηρούν στη μορφή τους το ίχνος της επίδρασης του νερού και συνδέουν το φυσικό πρότυπο με τον τίτλο της έκθεσης και με τα ωοειδή γλυπτά της Πόταγα. Oι Αφάλες συνδέονται με τον αφαλό, ως ίχνος της αποκοπής του ομφάλιου λώρου και σημείο μετάβασης προς την αυθυπαρξία, ενώ η ωοειδής μορφή των γλυπτών ανακαλεί έργα της Ελένης Πόταγα, ανάμεσα στα οποία μεγάλωσε η Στράτου. Η Μούσα (2006) της Πόταγα, μόνιμα εγκατεστημένη στο Αίθριο του Μεγάρου, φέρνει το έργο της σε συνδιάλεξη με την έκθεση.
Σε χωρική εγγύτητα με τα δύο γλυπτά, η Παλιρροϊκή Έλλειψη, ένας ελλειπτικός δίσκος διαμέτρου δεκαέξι μέτρων από ακατέργαστο αλάτι, αποδίδει χωρικά την τροχιά της Σελήνης γύρω από τη Γη. Στη φωτογλυπτική εγκατάσταση Σελήνη, η βαρυτική επίδραση της Σελήνης, καθοριστική για την παλιρροϊκή κίνηση, συνδέει την εγκατάσταση με τα βότσαλα, των οποίων η μορφή έχει σμιλευθεί από την κίνηση των υδάτων. Ένα γλυπτικό ομοίωμα της Σελήνης σε κλίμακα αιωρείται στον χώρο ακολουθώντας τη διαδοχή των σεληνιακών φάσεων μέσω προγραμματισμένου φωτισμού. Η φωτογραφική εγκατάσταση Σεληνιακές Φάσεις προκύπτει από τη συστηματική καταγραφή της Σελήνης κατά την ανάδυσή της επί τρία χρόνια. Κάθε φωτογραφία αποδίδει μια συγκεκριμένη στιγμή της παρατήρησης, ενώ το σύνολο καταγράφει τη διαδοχή των σεληνιακών φάσεων μέσα στον χρόνο.
Στο Breathe [Αναπνεύστε] (2000) η κυκλικότητα λειτουργεί ως στοιχείο γείωσης παραπέμποντας στο ρυθμό του ανθρώπινου σώματος. Η εγκατάσταση αποτελείται από χώμα, φως, ήχο και έναν ειδικά σχεδιασμένο μηχανισμό που κάνει τη γήινη επιφάνεια να υψώνεται και να υποχωρεί ρυθμικά, αντίστοιχα με την παλίρροια αλλά και την αναπνοή.. Η ένταξη του Breathe στις Αφάλες συνδέει τη νέα έκθεση με σταθερούς άξονες της πρακτικής της Στράτου, όπως η χρήση φυσικών υλών, η μεταφορά διεργασιών του τοπίου στο εκθεσιακό περιβάλλον και η απόδοσή τους σε ανθρώπινη κλίμακα.
Όπως σημειώνει η επιμελήτρια Άλια Τσαγκάρη, «Καθώς η τέχνη γίνεται προέκταση της φύσης και η φύση προέκταση της τέχνης, η έκθεση ιχνηλατεί τη διαρκή ταλάντευση μεταξύ μακρόκοσμου και μικρόκοσμου, φυσικής διεργασίας και καλλιτεχνικής πράξης».
Το έργο Breathe [Αναπνεύστε] (2000) της Δανάης Στράτου παρουσιάζεται στην έκθεση Αφάλες ως εκθεσιακό δάνειο από τη μόνιμη συλλογή του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ).
Photo Credits Ηλίας Ηλιάδης