Στα 57 του χρόνια, ο Νίκος Αλιάγας συνεχίζει να διανύει μια πορεία 35 ετών στη δημοσιογραφία, την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τη γραφή και τη φωτογραφία. Ανήσυχο πνεύμα, πάντα ερωτευμένος με τη ζωή και τις ελληνικές του ρίζες (αν και γεννημένος και μεγαλωμένος στο Παρίσι), αναζητά το νόημα σε κάθε του βήμα. Τους τελευταίους μήνες υπήρξε παρών και ενεργός στις εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, εκεί στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Παράλληλα, η νέα του έκθεση φωτογραφίας «Les Grands Âges» εγκαινιάστηκε στο Παρίσι στο Musée de l’Homme (8 Απριλίου 2026 – 3 Ιανουαρίου 2027), μια εικαστική και ανθρωπολογική προσέγγιση του χρόνου και της ανθρώπινης ύπαρξης, που γνωρίζει ήδη μεγάλη απήχηση. Με τη εμπειρία της απόστασης και τη διαύγεια που τον ταλαντεύει χρόνια, επιστρέφει σ’ αυτές τις στιγμές και διηγείται όσα έζησε και όσα τον διαμόρφωσαν.

Πως ένοιωσες στον Κήπο των Ηρώων, πως βίωσες αυτή τη συνάντηση με την Ιστορία σε ένα τόσο φορτισμένο συμβολικά και συναισθηματικά περιβάλλον;

Ήταν μια έντονη στιγμή. Ένιωσα ότι ο χρόνος έπαψε να είναι γραμμικός. Σαν να περπατούσα ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς. Ήταν όλοι εκεί. Οι μνήμες μας, η Ιστορία μας. Ο Κήπος των Ηρώων δεν είναι μόνο τόπος ιερός, είναι τόπος αποκάλυψης. Εκεί το παρελθόν δεν ανήκει στο χθες, ανασαίνει μέσα στο σήμερα. Μου ήρθε στο νου ο στίχος του Διονύσιος Σολωμός: «Ἄκρα του τάφου σιωπή». Μια σιωπή γεμάτη που άγγιζε την ψυχή μου. Σαν να κρατούσε ακόμα ατόφιες όλες τις παρουσίες τους. Ο Κήπος των Ηρώων είναι και μνημόσυνο και ζωή μαζί. Και ίσως ο πιο ουσιαστικός τρόπος να τιμήσουμε τους πεσόντες είναι να στραφούμε σε αυτά που μας ενώνουν. Ο Ernest Renan έλεγε ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να ενώσουν πιο εύκολα τις ψυχές μέσα στο πένθος. Η πρόκληση, όμως, είναι να μπορούμε να μοιραζόμαστε και τη χαρά. Χωρίς φόβο, χωρίς φθόνο. Εκεί, μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ένιωσα ότι η συγκίνησιακή φόρτιση μπορεί να γίνει ευθύνη για τον καθένα από εμάς. Βλέποντας, επίσης, όλους αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους με τις παραδοσιακές τους φορεσιές, διακόσια χρόνια μετά το ολοκαύτωμα, ένιωσα πως η μνήμη δεν είναι κάτι στατικό, μετουσιώνεται σε πράξη, σε στάση ζωής. Πέρα από τον συμβολισμό των διακοσίων χρόνων, ομολογώ πως δεν ήταν μια απλή αναπαράσταση. Ήταν σαν να περνούσε η Ιστορία μέσα από τα σώματα των ίδιων των ανθρώπων. Εκεί αισθάνθηκα ότι η άυλη κληρονομιά μπορεί και να μας καθορίζει. Κι αν την τιμήσουμε σωστά, μπορεί να μας ενώσει.

Τι απήχηση ένοιωσες να έχει το έργο του Delacroix, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μεσολόγγι μετά από 200 χρόνια, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές;

Ο Eugène Delacroix ζωγράφισε μια αλληγορία, στα 28 του χρόνια, χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ στην Ελλάδα. Το Μεσολόγγι το γνώριζε μόνο μέσα από αφηγήσεις και κείμενα. Κι όμως, αυτό που αποτύπωσε ξεπερνά το ιστορικό γεγονός. «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» δεν είναι μόνο ένα έργο τέχνης. Είναι ένας καθρέφτης της υπαρξιακής μας ταυτότητας. Αυτή η μορφή της Ελλάδας δεν υπήρξε ποτέ, κι όμως μας είναι βαθιά οικεία. Αυτό που με συγκλονίζει είναι το βλέμμα της. Δεν κοιτά τον κατακτητή. Κοιτά κάπου αλλού, μακριά. Σε έναν ορίζοντα που δεν βλέπουμε. Σαν να απευθύνεται σε εμάς. Σε εμάς που γεννηθήκαμε χωρίς πολιορκίες και μπαρούτι. Που θεωρούμε την ελευθερία δεδομένη στην ήσυχη ζωή μας παρά της όποιες δοκιμασίες του καθενός. Δεν ζητά τον οίκτο μας. Ζητά τη μαρτυρία μας. Να θυμόμαστε. Να στεκόμαστε όρθιοι. Να ζούμε στο ύψος αυτής της θυσίας. Το έργο αυτό είναι ταυτόχρονα ρέκβιεμ και όρκος. Όταν είδα τους Μεσολογγίτες να επισκέπτονται το Ξενοκράτειο Μουσείο με δέος μπροστά στον πίνακα, συγκινήθηκα βαθιά. Ίσως να μην γνώριζαν όλοι κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας του έργου. Όμως ήξεραν να τιμούν. Να στέκονται με σεβασμό, με όλο τους το είναι. Η Τέχνη όταν αγγίζει την ψυχή δεν χρειάζεται εξηγήσεις.


Tι κρατάς στην ψυχή σου από το Μεσολόγγι;

Το φως της λιμνοθάλασσας. Αλλά ως αίσθηση σχεδόν αλληγορική. Οι άνθρωποι της λιμνοθάλασσας δεν είναι ετερόφωτοι. Κρατούν μέσα τους το άσβεστο λυχνάρι της ύπαρξης τους. Ξέρουν ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Και ότι ο πιο επικίνδυνος εχθρός του είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Η εμπειρία της λιμνοθάλασσας είναι μυσταγωγική. Με συγκινεί η σιωπή του ψαρά τα χαράματα, καθώς φεύγει στα ανοιχτά με τη γαΐτα του. Η γραμμή του ορίζοντα γίνεται καθρέφτης και συνείδηση. Η ίδια εικόνα εδώ και αιώνες που επαναλαμβάνεται. Μου έρχεται στο νου ένας στίχος του Σεφέρη από τα «Τρία Κρυφά Ποιήματα» « Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός» Ίσως αυτό να είναι το Μεσολόγγι. Ένας τόπος που δοκιμάζει τη φλόγα που κουβαλάμε μέσα μας από την πρώτη μέρα. Θαρρώ πως αυτή η ιδέα με βοήθησε και στην ζωή μου.

Ετοιμάζεις κάτι πολύ ιδιαίτερο για τον τόπο σου. Μίλησέ μας για αυτό
Δεν ξέρω αν θα είναι ντοκιμαντέρ με την κλασική έννοια. Περισσότερο θα έλεγα πως είναι μια φυσική επιστροφή στα πρώτα μου σκιρτήματα. Έτσι ξεκίνησα στα τέλη του 80, πίσω από την κάμερα. Μια συνομιλία με τους ανθρώπους. Ποια είναι αυτή η ιδέα της Ελευθερίας την οποία μας άφησαν κληρονομία μια χούφτα ανθρώπων που θυσιάστηκαν το 1826 ; Ίσως να είναι ένα βλέμμα πάνω σε αυτό που δεν φαίνεται… Κοντά σε αυτούς που δεν ζητούν το φως, τους ανθρώπους του διπλανού σπιτιού. Με ενδιαφέρει να χτίζω γέφυρες μεταξύ Ελλάδος και του γαλλόφωνου κόσμου, πέρα από τις εσωστρέφειες και κίβδηλα.

Τι είναι Ελευθερία για σένα;
Ελευθερία είναι να μπορείς να σταθείς απέναντι στον εαυτό σου χωρίς φόβο. Και να αντέχεις αυτό που βλέπεις. Δεν είναι εύκολο. Ο Αλμπέρ Καμύ έγραφε ότι «η ελευθερία δεν είναι τίποτα άλλο από μια ευκαιρία να γίνεις καλύτερος». Ίσως γιατί η ελευθερία δεν είναι ποτέ δεδομένη. Είναι άσκηση. Είμαστε όλοι περαστικοί σε ένα θέατρο σκιών. Συχνά νομίζουμε πως κάποιος άλλος κρατά τα νήματα και θυμώνουμε με τους πάντες. Ξεχνάμε ωστόσο ότι δεν είμαστε θεατές ούτε θεατρώνες. Είμαστε ο ίδιος μας ο εαυτός, απέναντι στη μοίρα μας και πρέπει να επιλέξουμε τι θέλουμε πραγματικά από την ζωή μας. Δεν μου άρεσε ποτέ να βρίσκω δικαιολογίες όταν δεν μπορούσα να πετύχω έναν στόχο. Δεν φταίνε πάντα οι άλλοι. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο επίτευγμα, η αυτογνωσία. Να είσαι ελεύθερος σημαίνει να αναλαμβάνεις αυτή την σύνδεση, κάθε μέρα, ανάμεσα στις αόρατες πολιορκίες που μας καταδιώκουν. Και να μην περιμένεις αντίδωρο. Να πράττεις και να κοιτάζεις μπροστά.

 

Πώς αλήθεια συνδυάζεται η τηλεόραση με την προσωπική δημιουργία;

Η τηλεόραση είναι μια εγρήγορση, κάθε εικόνα περνάει πάνω στην προηγούμενη και σχεδόν την αναίρει. Η φωτογραφία αντιθέτως εμπεριέχει μια σιωπή που μιλάει. Ζω ανάμεσα στα δύο. Το ένα με φέρνει κοντά στους ανθρώπους, το άλλο με κάνει να τους αισθάνομαι. Τριάντα πέντε χρόνια η μέχρι στιγμής διαδρομή μου, και πολλές φορές διαπιστώνω ότι μέσα σε όλο αυτό δεν μου ανήκει τίποτα. Καμία καρέκλα, κανένα τρόπαιο. Ένα πέρασμα είναι. Ξεκίνησα με την ανάγκη να συνδέομαι, να αφηγούμαι, να δημιουργώ γέφυρες. Η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, η δημοσιογραφία είναι διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας επιθυμίας: να πλησιάσω τον άλλον, τον άνθρωπο. Τα άλλα δεν αντέχουν στο χρόνο. Συχνά μιλάμε για προβολή, για αναγνωσιμότητα όταν είναι κάποιος εκτεθειμένος. Με ένα περίεργο τρόπο έμαθα το αντίθετο: να κοιτάζω. Γιατί κάθε βλέμμα προς τον άλλον είναι ήδη ένας διάλογος. Η δημοσιότητα δεν μας ανήκει. Όταν πιστέψουμε ότι μας ανήκει, χανόμαστε. Αν τη δούμε όμως σαν εργαλείο, τότε μπορεί να γίνει χώρος συνάντησης. Μπροστά στην κάμερα, νομίζουμε ότι ο ρόλος μας περιορίζεται στο να μιλάμε. Στην πραγματικότητα, πρέπει πρώτα να μάθουμε να κοιτάζουμε. Γιατί ο μεσολαβητής δεν είναι αυτός που εκφράζεται περισσότερο, είναι αυτός που καθιστά δυνατή τη συνάντηση. Με τους καλλιτέχνες πάντα αναζητώ εκείνη τη ρωγμή, τη στιγμή που πέφτει η μάσκα και εμφανίζεται ο άνθρωπος. Δεν μιλάς ποτέ σε όλους. Μιλάς σε κάποιον. Και η φωτογραφία ήρθε στην ζωή μου ως ανάγκη αυτής της αναζήτησης. Μου έμαθε μια άλλη μορφή αφουγκρασμού. Με τα χρόνια καταλαβαίνεις κάτι απλό. Για να ακούσεις το κόσμο με τα μάτια πρέπει να τον αγαπήσεις πρώτα, η ενσυναίσθηση μπορεί να στο επιτρέψει αυτό. Μια αληθινή στιγμή ψάχνουμε όλοι. Μια συνάντηση, μια αγκαλιά. Τα υπόλοιπα περνούν και γίνονται θόρυβος.

Ποια είναι η σχέση σου με τον χρόνο;

Ο χρόνος δεν περνά, σμιλεύεται μέσα μας, πάνω μας. Στα πρόσωπα, στα χέρια, στα βλέμματα, ακόμα και σε ότι θεωρούμε χειροπιαστό. Τα πάντα αγγίζει ο χρόνος. Ο Ρολάν Μπαρτ μιλούσε για το punctum, εκείνο το σημείο που σε τσιμπάει, σε αγγίζει βαθιά. Εκεί κατοικεί ο χρόνος. Σε αυτό που μας διαπερνά. Ζούμε μέσα σε έναν κόσμο που δεν είναι πια ενιαίος. Κινούμαστε μέσα του σαν υπνοβάτες σε ένα πλασματικό παρόν, καθοδηγούμενοι από αόρατες δομές που οργανώνουν την προσοχή και την επιθυμία μας μέσα από ένα σκρολ. Μας κάνει να πιστεύουμε ότι συμμετέχουμε, ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουμε σχήματα που έχουν ήδη γραφτεί για εμάς. Ανάμεσα σε εμάς και στον κόσμο παρεμβάλλεται ένα πέπλο εικόνων, μια επιφάνεια που δεν αντανακλά την ροή του χρόνου, αλλά κατασκευάζει ανεπάλληλες στιγμές που εναλλάσσονται χωρίς να συνδέονται. Χρειαζόμαστε μη καταναλώσιμο χρόνο για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Το χέρι στην οθόνη δεν φτάνει για να βρούμε το μέτρο που μας αναλογεί.

 

 

Στην τελευταία σου έκθεση ” Οι Μεγάλες Ηλικίες ” στο Παρίσι, η προσέγγισή σου είναι καθρέφτης ή κάθαρση;

Ίσως πρώτα καθρέφτης. Κοιτάζουμε τους άλλους για να αντικρύσουμε αυτό που ίσως φοβόμαστε ότι μια μέρα θα γίνουμε. Είναι ευλογία το να γερνάς και να το αποδέχεσαι. Η δικτατορία της αιωνίας νιότης είναι χίμαιρα. Δεν σε βγάζει πουθενά, σε εγκλωβίζει σε μια ψευδαίσθηση. Ένα πηγάδι δίχως τέλος. Μια γιαγιά με ρυτιδιασμένο πρόσωπο λέει περισσότερα από ένα πρόσωπο που προσπαθεί να κρύψει το χρόνο. Ο χρόνος δυστυχώς δεν κρύβεται. Και μπορώ να καταλάβω την ανάγκη ενός ατόμου που αισθάνεται την ανάγκη της παρέμβασης. Δεν το κατηγορώ, ο καθείς κάνει όπως μπορεί. Το θέμα μου έχει να κάνει με την αποδοχή του χρόνου σαν σύμμαχος στην ζωή μας. Όταν το προσωπείο ή το φίλτρο γίνεται η νόρμα, τότε χάνουμε και την ταυτοτητά μας.

Ο χρόνος δεν αφαιρεί μόνο, αποκαλύπτει το τι είμαστε. Ο συγγραφέας Jean-Christophe Rufin, στο μυθιστόρημά του Globalia, φαντάζεται έναν κόσμο όπου ο χρόνος χάνει τη βαρύτητά του, όπου το παρελθόν και το μέλλον διαλύονται μέσα σε ένα διαρκές παρόν, και όπου οι άνθρωποι μοιάζουν όλοι και μπορούν να ζουν έως και διακόσια χρόνια. Σήμερα στη Γαλλία, με περισσότερους από 30.000 αιωνόβιους βλέπουμε ξεκάθαρα ότι η μακροζωία δεν είναι πλέον μια υπόθεση του μέλλοντος, αλλά μια πραγματικότητα που αλλάζει τα δεδομένα. Αλλά τι γνωρίζουμε πραγματικά για εκείνους που έχουν διασχίσει έναν ολόκληρο αιώνα ζωής; Τους κοιτάμε αληθινά; Ή αποστρέφουμε το βλέμμα μπροστά σε όσα μας αποκαλύπτουν για τον χρόνο; Η επιστήμη μετρά την επιμήκυνση της ζωής. Εγώ προσπαθώ να αναδείξω το βάθος της. Το γερασμένο πρόσωπο μπορεί να μας διδάξει και να μας θυμίσει ποιοι είμαστε.

Ποιο είναι το απόσταγμα, τι δώρα σου χάρισε η ωριμότητα;

Ότι η ζωή δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται. Είναι αυτό που απομένει μετά τον όχλο. Μια χειρονομία. Ένα βλέμμα. Μια καλή κουβέντα που στέκεται δίπλα σου όταν δεν την περιμένεις πια. Δεν παίρνεις τίποτα μαζί σου. Κι όμως, τα άυλα είναι αυτά που έχουν το μεγαλύτερο βάρος.
Με τα χρόνια καταλαβαίνεις πως δεν φτάνεις ποτέ κάπου οριστικά. Πως όλα είναι ένα πέρασμα. Αλλά μέσα σε αυτό το πέρασμα, σου δίνεται μια ευκαιρία να πλησιάσεις λίγο περισσότερο τον εαυτό σου, την ουσία της ζωής σου και, ίσως, τους άλλους. Όπως σε μια φωτογραφία του Cartier-Bresson, εκεί όπου όλα ευθυγραμμίζονται, πρέπει να ο καθένας να αναζητά την εσωτερική αταραξία του, την σιωπηλή συμφιλίωση με τις σκιές του.

Πάνω από τη μισή ζωή μου την πέρασα στα πλατό και μπροστά στις κάμερες. Δεν ήταν όλα ψεύτικα ούτε όμως και αληθινά. Τα ιμάτια της δημόσιας ζωής δεν σου ανήκουν, κάποτε σε βαραίνουν. Μου ανήκουν άλλες στιγμές πιο απλές, η αγκαλιά του παιδιού σου όταν ξυπνάει την νύχτα, η φωνή της μάνας στο τηλεφωνητή που θέλει να μάθει εάν έφτασες καλά, ο κυρία με τα ξεβαμμένα μάτια που σε σταυρώνει από το απέναντι μπαλκόνι στο χωριό. Απλά πράγματα κι ωραία. Και κάπως έτσι, θυμάσαι ακόμα τον Καβάφη· ότι σημασία δεν έχει ο προορισμός, αλλά ο δρόμος που σε μεταμορφώνει. Και ίσως σε διαμορφώνει.

Author