Ένα καθηλωτικό ταξίδι ανάμεσα στον σχεδιασμό, τη φιλοξενία και τη μεσογειακή φαντασία
Υπάρχουν εμπειρίες που μοιάζουν σχεδιασμένες για να φωτογραφηθούν και άλλες που εξακολουθούν να καταφέρνουν να σε εκπλήσσουν πραγματικά. Η επιβίβαση στο Evrima, το γιοτ της The Ritz-Carlton Yacht Collection, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Όχι τόσο λόγω της πολυτέλειας — που πλέον έχει γίνει σχεδόν μια παγκόσμια και προβλέψιμη γλώσσα — αλλά εξαιτίας εκείνης της πιο σπάνιας αίσθησης αναστολής: ο χρόνος που επιβραδύνεται, η θάλασσα που γίνεται νοητικό τοπίο πριν ακόμη γίνει γεωγραφικό, και η εντύπωση ότι όλα έχουν σχεδιαστεί ώστε να ξεχάσεις πού τελειώνει το ξενοδοχείο και πού αρχίζει το ταξίδι.
Μια από εκείνες τις εμπειρίες που μετατρέπουν το ταξίδι σε προέκταση της προσωπικής φαντασίας. Δεν υπάρχουν πολυσύχναστα λόμπι, ουρές ή παραδοσιακές κρουαζιέρες. Μόνο ο ήχος του νερού πάνω στο σκάφος, ο ήλιος που άλλαζε συνεχώς το χρώμα της Μεσογείου και μια σειρά από χώρους που έμοιαζαν να υπάρχουν σε απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στη φιλοξενία και τη σκηνογραφία.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι το Evrima δεν προσπαθεί ποτέ πραγματικά να μοιάσει με πλοίο. Είναι περισσότερο σαν ένα πλωτό σπίτι σχεδιασμένο από κάποιον εμμονικό με την ιδέα της απόλυτης άνεσης: φωτεινές σουίτες, ιδιωτικές βεράντες, μια σχεδόν εξωπραγματική σχέση ανάμεσα σε επισκέπτες και προσωπικό και εκείνη η χαρακτηριστική ηρεμία της The Ritz-Carlton που κάνει κάθε χειρονομία να μοιάζει χορογραφημένη χωρίς να γίνεται τεχνητή.
Αυτό που έκανε την εμπειρία ακόμη πιο κινηματογραφική ήταν η συνεργασία με την Ginori 1735, η οποία μετέτρεψε ορισμένους χώρους του γιοτ σε μια πραγματικά immersive εμπειρία εμπνευσμένη από το Neptune’s Journey, τη συλλογή που υπογράφει ο Luke Edward Hall.
Και εδώ ακριβώς είναι που το project καταφέρνει να γίνει πιο ενδιαφέρον από ένα απλό branded takeover. Γιατί η Ginori δεν διακοσμεί απλώς χώρους: χτίζει ένα φαντασιακό. Η πορσελάνη της συλλογής, με τα φανταστικά θαλάσσια πλάσματα, τις μυθολογικές μορφές και τα έντονα χρώματα, μετατρέπει το γιοτ σε ένα είδος πλωτού θεάτρου ανάμεσα στον ιταλικό κλασικισμό και τη σύγχρονη φαντασία. Ο Hall, που εδώ και χρόνια κινείται σε μια αισθητική ρομαντισμού, ειρωνείας και μεσογειακών εμμονών, δημιουργεί μια εικαστική γλώσσα που βρίσκει το φυσικό της περιβάλλον στην ανοιχτή θάλασσα.
«Πάντα αγαπούσα την ιδέα του ταξιδιού ως φαντασίας», έχει πει ο Hall για το έργο του. «Η θάλασσα ειδικά μοιάζει με έναν τόπο όπου η πραγματικότητα γίνεται ελαφρώς παράξενη.» Και αυτό ακριβώς συμβαίνει εν πλω: η πραγματικότητα επιβραδύνεται, γίνεται πιο αισθητική, σχεδόν εξωπραγματική.
Το takeover της Ginori 1735 απλώνεται σε τρεις ζώνες του γιοτ, καθεμία με τη δική της χρωματική παλέτα. Το Pool House στο Deck 5, βυθισμένο σε μπλε τόνους, μοιάζει να διαλύεται ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα, ενώ το Mistral, το μεσογειακό εστιατόριο στο Deck 8, εκρήγνυται σε τόνους μανταρινιού, κοραλλί και απαλού ροζ. Κάτω, το Marina Beach Club φωτίζεται από κίτρινα και κεχριμπαρένια χρώματα που θυμίζουν τα ιταλικά ηλιοβασιλέματα της δεκαετίας του ’70.
Το πιο επιτυχημένο στοιχείο της εμπειρίας, ωστόσο, είναι ο τρόπος με τον οποίο το προϊόν εντάσσεται στην καθημερινότητα χωρίς ποτέ να γίνεται παρεμβατικό. Η πορσελάνη της Ginori 1735 δεν «σκηνοθετείται» απλώς: γίνεται μέρος του ρυθμού της ημέρας. Τη συναντάς σε ένα αργό πρωινό μπροστά στη θάλασσα, στα cocktails που σερβίρονται στο ηλιοβασίλεμα, στις λεπτομέρειες ενός τραπεζιού που εξακολουθεί να μετατρέπει την πολυτέλεια σε κάτι οικείο και όχι απαραίτητα θεαματικό.
Και εδώ ακριβώς είναι που το project λέει κάτι ουσιαστικό για τη στιγμή που διανύουν τα luxury brands. Σήμερα δεν αρκεί πλέον η δημιουργία ενός όμορφου ή αποκλειστικού αντικειμένου: χρειάζεται η κατασκευή κόσμων. Εμπειριών. Ατμοσφαιρών που μπορούν να μετατρέψουν το προϊόν σε συναισθηματική μνήμη. Η Ginori μοιάζει να το έχει κατανοήσει πλήρως, μεταφέροντας το αισθητικό της σύμπαν έξω από τον οίκο και μέσα σε έναν κινούμενο χώρο, όπου το ίδιο το ταξίδι γίνεται μέρος της αφήγησης.
Τα τελευταία χρόνια, η πολυτέλεια συχνά μπέρδεψε την έννοια της αποκλειστικότητας με εκείνη της υπερδιέγερσης: περισσότερο branding, περισσότερα events, περισσότερο content. Εδώ, αντίθετα, υπάρχει μια διαφορετική μορφή κομψότητας, σχεδόν σιωπηλή. Ακόμη και οι πιο «σκηνοθετημένες» στιγμές — από το ειδικά επιμελημένο cocktail list μέχρι τα δείπνα που σερβίρονται στην πορσελάνη της συλλογής Neptune’s Journey — διατηρούν κάτι βαθιά χαλαρό.
Ίσως γιατί η θάλασσα συνεχίζει να κάνει αυτό που πάντα έκανε: να μικραίνει τα πάντα. Ακόμη και την πολυτέλεια. Και τελικά, αυτό είναι που κάνει την ιδέα ενός γιοτ τόσο ενδιαφέρουσα σήμερα. Όχι το προνόμιο της διάσχισης της Μεσογείου, αλλά η ολοένα και πιο σπάνια δυνατότητα να αποσυνδεθείς από τον συνεχή θόρυβο του κόσμου για λίγες ημέρες. Να ζήσεις με έναν διαφορετικό ρυθμό. Πιο αργό, πιο «άχρηστο», και γι’ αυτό ίσως πιο αναγκαίο. Όπως θα έλεγε ο Luke Edward Hall, «η ομορφιά πρέπει να σε μεταφέρει κάπου αλλού».
Photo Lorenzo Baroncelli