Χρονοστιβάδα: Πώς ένα βιβλίο μεταγράφεται σε εικαστική εγκατάσταση;
O δημοσιογράφος και συγγραφέας Στέφανος Τσιτσόπουλος διηγείται όλα τα σχετικά με την έκθεση που φιλοξενείται στο MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
“Ο ΛΕΞ είναι ένας από τους ήρωες του βιβλίου και της έκθεσής μας: «Δεν πέφτει καρφίτσα σ’ αυτά τα κουπλέ/ σαν ΠΑΟΚ – Άρης το ’90 σε γεμάτο Παλαί». Η ψίχα της Χρονοστιβάδας άλλωστε, εκτός από τις δικές μου λέξεις και τα έργα του Θανάση που τις κρατούν συντροφιά, είναι φτιαγμένη σε ρυθμό αστικού και εικαστικού τριπ χοπ. Όπως δηλαδή παίζει και ο ΛΕΞ αλλά και οι Massive Attack, γκρουβάροντας επάνω σε έναν καμβά από πανσπερμία ειδών, μπλουζ, τζαζ, σόουλ και χιπ χοπ, κάτι ανάλογο θα βρείτε να κάνουμε και στο βιβλίο αλλά και στο MOMus – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης: ο Γιάννης Μπουτάρης στον ουρανό με τα άφιλτρα τσιγάρα και ο Καραγάτσης αγκαζέ με τον μόδιστρο Σέρο Αμπραχαμιάν· μια εμβύθιση στον πυρήνα της Θεσσαλονίκης από τον Πεντζίκη στον Χριστιανόπουλο και από τον Σαββόπουλο στον ρήτορα Κικέρωνα, των χρόνων που, εξόριστος από τη Ρώμη, ρέμβαζε στην Καμάρα.
Μια θραυσματική διερεύνηση του όρου «θεσσαλονικότητα» προσπαθήσαμε να αποτυπώσουμε. Ή, όπως τέλος πάντων ορίζουμε τον έρωτα για την πόλη και τις ιστορίες που τη στιγμάτησαν και με τη σειρά τους μας διαμόρφωσαν και συνεχίζουν να μας επηρεάζουν.
Ως προς τον τίτλο, βέβαια, δεν υπάρχει «Χρονοστιβάδα», επινοημένη λέξη είναι, προκειμένου να περιγραφεί συναισθηματικά και ψυχογεωγραφικά ο χρόνος που με κατακλύζει κάθε φορά που στέκομαι σε διάφορα σημεία της πόλης, νιώθοντας πως οι ιστορίες δεν έφυγαν ποτέ. «Κατά έναν μαγικό τρόπο ζωντανεύουν μπροστά μου, κυνηγώντας με όπως μια χιονοστιβάδα κυνηγά έναν σκιέρ», είπα του Θανάση την πρώτη φορά που ανταμώσαμε.
Μου ζήτησε να περιγράφω τα αζιμούθια της έκδοσης, ώστε μετά να επινοήσει τις κοπτοραπτικές του. Του άρεσε πολύ το ψυχεδελικό και παραισθητικό της περιγραφής μου και έτσι καταλήξαμε και στον τίτλο, «Χρονοστιβάδα, ουάου, τιτλάρα!». Το πέρασμα του χρόνου είναι κάτι που με βασανίζει από τη στιγμή που διάβασα το «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του Προυστ, όπως και το ποίημα με το οποίο ξεκινούν τα «Διόδια», η πρώτη ποιητική συλλογή της Τζένης Μαστοράκη: «Ήθελα να σου πω το τραγούδι του τυφλού ποιητή της Βαβυλώνας/ γεμάτο παραμύθια, σαν την Παλιά Διαθήκη πριν απ’ τους Εβδομήντα/ Για τα ελάφια που γυρεύανε νερό στο βενζινάδικο/ και τον Χριστό που δούλευε μικρός σε συνεργείο αυτοκινήτων/ Τότε ένα γράμμα γεμάτο κατάγματα/ ήρθε από πολύ μακριά και μας παράγγειλε να κλείσουμε τις πόρτες».
Τώρα, ως προς τα 45 έργα του Θανάση στο MOMus, είναι στο χέρι, αληθινά, χαρτιά, κόλλες, ψαλίδια, τομές, αναφορές ευθείες στον Λούτσιο Φοντάνα ή στην pop art του Λίχνενσταϊν, για να αποκαλύψω και μερικά από τα δικά του σαμπλαρίσματα και δάνεια! Καδραρισμένα στο φυσικό τους μέγεθος Α4 θα μπορούσαν να εκτεθούν σε μια οποιαδήποτε γκαλερί. Όταν η διευθύντρια του MOMUS – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θούλη Μισιρλόγλου, συζήτησε μαζί μας την προοπτική της παρουσίασής τους στο μουσείο, αποφασίσαμε να τα «ανατινάξουμε» υπερμεγεθύνοντας τις εικόνες.
Χάρις στην υψηλή τεχνολογία και την ποιότητα των υλικών μεταγραφής που μας εγγυήθηκε η Whale Graphics, το όνειρο βγήκε, αφού είναι εταιρεία με ασύλληπτο know how: από τη Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα ’97 και τους Ολυμπιακούς του 2004 μέχρι το μετρό ή το πρόσφατο μουσείο Θεσσαλονικέων Μητρόπολις, η υπογραφή της είτε ορατή είτε αόρατη είναι παντού στην πόλη. Θα ήταν αδύνατον να μεταγραφεί το εικαστικό του βιβλίου στη μορφή που το οραματίστηκε ο Θανάσης χωρίς αυτήν, εικόνες και λέξεις δηλαδή που, όπως ο θεατής περιπλανιέται ανάμεσά τους, αιωρούνται σαν νιφάδες χρόνου πάνω από τον εαυτό του, δίπλα του, κάτω στο πάτωμα, ψηλά στην οροφή. Αυτό το οριζοντιοκάθετο σλάλομ, όπως και το βάψιμο του χώρου στο ειδικό παραισθητικό κίτρινο του βιβλίου, ήταν ιδέα της Άντζελας Αθανασίου: εμπιστευθήκαμε απόλυτα την «ψυχή» της Whales.
Οι τρεις μας καταγόμαστε από την Ξάνθη, ξέρετε. Είμαστε φίλοι παιδιόθεν, υπάρχει βίωμα επομένως και εδώ, η Ξάνθη του Χατζιδάκι και του Α’ Λύκειου και της ροκ παμπ Guernica: ο Νίκος Παπάζογλου και ο David Bowie που ακούγονται καθώς ο θεατής περιπλανιέται στην έκθεση είναι τραγούδια που ακούγαμε οι τρεις μας σε αυτήν την ξανθιώτικη παμπ όπου συχνάζαμε, πριν εγκατασταθούμε στη Θεσσαλονίκη του «Berlin» και της δεκαετίας του ’80.
Ο αέρας (θα τον ακούσετε να θροΐζει μαζί με τα τραγούδια καταμεσής της εγκατάστασης) είναι επίσης μια ανάμνηση 50-50: Βαρδάρης δικός μας αλλά και αεράκια που έρχονταν από την Παναγία της Καλαμούς, το μοναστήρι που δεσπόζει επάνω από τη γενέτειρά μας. Γιατί το βίωμα των τριών μας, η Ξάνθη που μας ανέθρεψε και φυσικά η Θεσσαλονίκη που μας χάρισε τη δυνατότητα να επινοήσουμε τους ενήλικες εαυτούς μας, είναι παρόν σε αυτήν την έκθεση. Η Θράκη υποδόρια και η Θεσσαλονίκη ντιρέκτ, φάτσα κάρτα, ολούθε στο μεϊντάνι, η Θεσσαλονίκη που μας σπούδασε, που πρόσφερε τη δυνατότητα να βιοποριζόμαστε αξιοπρεπώς, μας φιλοδώρησε με έρωτες, εμπειρίες, συναισθήματα, καριέρες και διαδρομές. Μέρος τους αποτυπώσαμε στο βιβλίο και μεγαλώνουμε τον χάρτη, αφού ήδη φιλοτεχνούμε τη «Χρονοστιβάδα 2».
Στέφανος Τσιτσόπουλος
«Χρονοστιβάδα. 45 ιστορίες για τη Θεσσαλονίκη από λέξεις και χαρτογλυπτική»
Θρυλικές προσωπικότητες που έζησαν, δημιούργησαν ή άφησαν το αποτύπωμά τους στη Θεσσαλονίκη, με έναν τρόπο που μόνο ο χρόνος ορίζει, πρόσωπα από την αστική ιστορία, την επίσημη, μεγάλη ιστορία, τον χώρο της ποίησης, της μουσικής, της πολιτικής ή και κυριολεκτικά της διπλανής πόρτας, «συναντιούνται» στo Case Studio του MOMUS-Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, στη Θεσσαλονίκη, από την 1 έως τις 20 Σεπτεμβρίου 2026, με αφορμή, ή σαν μια…χρονοστιβάδα.
Βασισμένη στο νέο, υβριδικό βιβλίο των Στέφανου Τσιτσόπουλου και Θανάση Γεωργίου με τίτλο «Χρονοστιβάδα. 45 ιστορίες για τη Θεσσαλονίκη από λέξεις και χαρτογλυπτική» (Επίκεντρο, 2026) το οποίο είναι αφιερωμένο σε πρόσωπα και διαχρονικές όψεις της πόλης μέσα από ξεχωριστά πνεύματα, τοπόσημα και διαδρομές σε ένα είδος λευκώματος, η ομότιτλη εικαστική εγκατάσταση είναι η εικαστική μεταγραφή ενός σλάλομ στην ιστορία.
Η επινοημένη λέξη «Χρονοστιβάδα» περιγράφει ακριβώς τη διολίσθηση ανάμεσα σε εποχές, μορφές, τοπία και μυθολογίες της πόλης ανά τους αιώνες. Με πηγή και αναφορά τους το παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης, γεμάτο μνήμες και παρόν, μεταμορφώσεις και προσδοκία μέλλοντος, οι 45 ιστορίες με κοινό σημείο αναφοράς τη Θεσσαλονίκη μεταλλάσσονται σε πρωτότυπα χαρτογλυτικά έργα και εκτίθενται στον χώρο. Λέξεις, χαρτιά, χρώματα, εικόνες και ήχοι, έχουν στόχο να καταγράψουν το ατέρμονο της περιπλάνησης μας στον χρόνο και μαζί, αφουγκραζόμαστε και περιπλανιόμαστε στην καρδιά των μύθων της πόλης.
Από την Καμάρα μέχρι το κλαμπ «Σελήνη», τις οθωμανικές κρήνες στην Άνω Πόλη μέχρι τις εργατικές κατοικίες στον Φοίνικα, τα φωτοτυπάδικα στη Μελενίκου, το μπαρ «Berlin», τα Λαδάδικα και το στούντιο Αγροτικόν του Νίκου Παπάζογλου στην Κάτω Τούμπα, οι Τρύπες, ο Γιάννης Μπουτάρης με τα άφιλτρα τσιγάρα του, ο ΛΕΞ, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο ρήτορας και φιλόσοφος Κικέρων, ο μόδιστρος Σέρο Αμπραχαμιάν, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Χο Τσι Μινχ και ο θρυλικός παίκτης του μπάσκετ Αριστείδη Μούμογλου με τη φανέλα του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου, δίνουν το σημείο έναρξης και η χρονοστιβάδα ξεκινά.
Αbout
Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος βιοπορίζεται από τις λέξεις. Δημοσιογράφος, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1964, πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην Ξάνθη, όμως θεωρεί πατρίδα του και τη Θεσσαλονίκη. Συνεργάστηκε με περιοδικά και ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες. Σήμερα αρθρογραφεί στην Athens Voice, ενώ οι ιδιοσυγκρασιακές μουσικές εκπομπές του φιλοξενούνται στον Imagine 89.7. Το ντεμπούτο του στα γράμματα έγινε το 2010 με το Flaneur (Ιανός) και ακολούθησαν τα Ροκ Σταρ (Μεταίχμιο, 2019), Τα Χλωμά Σιντριβάνια της Φωκίωνος Νέγρη (Οξύ, 2021) και Η Ανθούλα Σταθοπούλου στην Εγνατία με Νεύρα (Αρμός, 2024). Σπούδασε Νομικά και Επικοινωνία, υπήρξε μέλος του Δ.Σ. του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης και καλλιτεχνικός σύμβουλος του Φεστιβάλ Πολιτισμού των Δημητρίων. Μότο του είναι η ατάκα του Εβρίτη συντοπίτη και φίλου του Ρένου Χαραλαμπίδη από την ταινία Φθηνά Τσιγάρα: «Η ζωή ξέρει κι εγώ την εμπιστεύομαι».
Ο designer Θανάσης Γεωργίου (designmono) έχει σχεδιάσει περιοδικά, εφημερίδες, εκδόσεις και βιβλία για λογαριασμό διαφόρων εκδοτικών οίκων και έχει δημιουργήσει εφαρμογές πολιτιστικών γεγονότων, οπτικής ταυτότητας και συσκευασίας προϊόντων. Έχει επιμεληθεί τον σχεδιασμό των μόνιμων συλλογών σε διάφορα μουσεία της Ελλάδας και έχει σχεδιάσει διάφορες πολιτιστικές εκθέσεις ιδρυμάτων και μουσείων. Έχει εργαστεί ως creative-art director του τμήματος περιοδικών της εφημερίδας Μακεδονία (1999-2005) και έχει ιδρύσει το δημιουργικό γραφείο designmono. Έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς σε Ελλάδα και εξωτερικό (European Newspaper Design Awards (Aachen), EΒΓΕ, κ.ά.) και έχει συμμετάσχει σε Poster και Graphic Design Biennale (Golden Bee Moscow, Brno International biennale, Tehran International poster biennale κ.α.).
Πρωτοπόρα στις εξελίξεις της εκτυπωτικής ψηφιακής τεχνολογίας 30 χρόνια τώρα, η Whale Graphics μετάφρασε τη Χρονοστιβάδα των λέξεων και των εικόνων των Τσιτσόπουλου – Γεωργίου με έναν ολότελα μοναδικό και οικολογικό τρόπο στην εκτύπωση, την κοπή, τη χάραξη και το 3D printing. Γεφυρώνοντας το design με την υλοποίηση και συνδυάζοντας τεχνολογία, καινοτόμα υλικά και εμπειρία παραγωγής, η Whale Graphics έχει ενεργή συμμετοχή σε ό,τι έχει να κάνει με την εμπειρία που λέγεται Πολιτισμός στην Ελλάδα: Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997, Ολυμπιακοί Αγώνες 2004, Μετρό Θεσσαλονίκης 2023 και Μουσείο Θεσσαλονικέων Πόλις 2026 είναι μερικά ενδεικτικά από τα πολιτιστικά πρότζεκτ που υλοποίησε.
MOMUS – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (εντός ΔΕΘ-HELEXPO, Θεσσαλονίκη)
1 – 20 Σεπτεμβρίου 2026
Post-opening Event: Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2026, 19:00
Φωτογραφίες έργων / πορτρέτα: Λάζαρος Γραικός