Χριστιάννα, αρχικά μίλησέ μας για τα highlights της διαδρομής σου. Ποια είναι τα σημαντικά σου βήματα που σε έφεραν εδώ που βρίσκεσαι σήμερα;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, αλλά νομίζω ότι ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου γεννήθηκε στις Σπέτσες, όπου περνούσα όλα μου τα καλοκαίρια. Το σπίτι μας ήταν απέναντι από τα καρνάγια και από παιδί με γοήτευαν όλα όσα υπήρχαν σε αυτά.
Στα 18 έφυγα για το Λονδίνο και σπούδασα Γλυπτική στο Chelsea School of Art & Design και στο Central Saint Martins. Παράξενο ίσως, αλλά όσο περισσότερο ζούσα μακριά από την Ελλάδα τόσο περισσότερο άρχισα να παρατηρώ και να εκτιμώ πράγματα που μέχρι τότε θεωρούσα αυτονόητα: τις παράδοσεις της αλλά και όσες χάνονταν.
Όταν επέστρεψα, το 2015, ξεκίνησα στη Σχοινούσα το πρόγραμμα εικαστικής αναπαλαίωσης παλιών, εγκαταλελειμμένων καϊκιών «Καράβια που δεν φοβήθηκαν»: τα οποία κοσμούν σαν έργο τέχνης πια, τα λιμάνια των Μικρών Κυκλάδων, της Νάουσας & των Σπετσών σαν φόρος τιμής στους ναυτικούς και τη θάλασσά μας. Από εκεί ήρθαν τα νησιά, οι άνθρωποι, τα εργαστήρια με τα παιδιά, το δικό μου studio και τελικά το All We See Is The Sea.
Αν κοιτάξω πίσω, δεν αισθάνομαι ότι υπήρχε ποτέ ένα πολύ συγκεκριμένο σχέδιο. Ταξίδευα τον καιρό όπως ερχόταν.
Τι ήταν το All We See Is The Sea, πώς γεννήθηκε η ιδέα και πώς εξελίχθηκε;
Ήταν η ζωή μου στις Μικρές Κυκλάδες από το 2015 που μετακόμισα μόνιμα ξεκινώντας το project με τα καΐκια. Ήταν μια φράση που έγραφα πάνω στα καΐκια μου – νομίζω πως περισσότερο ήταν μια κατάσταση του μυαλού μου.
Όταν ετοίμαζα την «Κυρά Σοφία» το τρίτο μου καΐκι, στο Κουφονήσι, τύπωσα κάποια T-shirts για εμάς και τους φίλους που θα ήταν εκεί. Ο κόσμος άρχισε να τα ζητάει και ξαφνικά κατάλαβα ότι αυτός ο μικρός κόσμος που είχα δημιουργήσει γύρω από τα καΐκια μπορούσε να ταξιδέψει και με άλλους τρόπους.
Έτσι γεννήθηκε το All We See Is The Sea και μέσα σε αυτό γεννήθηκαν και πάρα πολλά πράγματα από κεραμικά, κοσμήματα, τάματα, ξύλινα αντικείμενα, καραβάκια και ρούχα. Δεν με ενδιέφερε ποτέ να φτιάξω «souvenirs» γι ´ αυτό και το brand δεν είχε ποτέ αυτή την κατεύθυνση. Με ενδιαφέρει να παίρνω κάτι πολύ γνώριμο, σχεδόν αρχετυπικό, και να του δίνω ένα twist. Γι ´ αυτό και το motto μας είναι “we twist tradition”.
Είναι αυτό που αποκαλώ νεοπαραδοσιακό: παράδοση χωρίς νοσταλγία και χωρίς φολκλόρ.
Έχεις έναν χαρισματικό τρόπο να δημιουργείς αντικείμενα που εκπέμπουν τη χαρά της ζωής και το φως του καλοκαιριού. Διηγήσου μας μια ιστορία που έχεις να θυμάσαι.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που έφτασα Φλεβάρη στη Σχοινούσα. Δεν υπήρχε τίποτε από αυτό που έχουμε στο μυαλό μας όταν λέμε «ελληνικό νησί». Είχε αέρα, κρύο, λίγους ανθρώπους και ένα λιμάνι σχεδόν άδειο – Και όμως εκεί κατάλαβα ίσως περισσότερο από ποτέ τι σημαίνει νησί.
Έψαχνα ένα παλιό καΐκι χωρίς να γνωρίζω ακριβώς τι θα κάνω όταν το βρω. Και όταν τελικά βρέθηκε ο “μικρός Ηλίας”, άρχισε μια ολόκληρη περιπέτεια με ανθρώπους που στην αρχή με κοιτούσαν κάπως περίεργα, καθώς αναρωτιόντουσαν αν είμαι πραγματικά τρελλή -χαχα- και τι θέλω να κάνω μ´ένα σάπιο καΐκι. Στο τέλος όμως το καΐκι έγινε υπόθεση όλου του νησιού. Το νησί έγιναν φίλοι και “οικογένεια” και 11 χρόνια μετά μπορώ να σου πω πως αν νοσταλγώ μια φάση είναι ακριβώς εκείνη, της πολύ αρχής. Αυτό κρατάω από εκείνη την ιστορία. Τα πράγματα αποκτούν πραγματική ζωή όταν παύουν να είναι αποκλειστικά δικά σου.
Ποιες ήταν οι πιο δυνατές στιγμές της διαδρομής αυτής και ίσως οι απογοητεύσεις της;
Οι πιο δυνατές στιγμές ήταν πάντα το ξημέρωμα της ημέρας των εγκαινίων και του γλεντιού σε κάθε λιμάνι – ήμουν πάντα τρομερά συγκινημένη, κουρασμένη σωματικά αλλά και τρομερά περήφανη. Αυτή η διαδρομή των τελευταίων 11 χρόνων είναι κυριολεκτικά φορτωμένη στο αμπάρι ενός καΐκιού που ταξιδεύει. Σε μέρες γαληνεμένες και σε μέρες φουρτούνας. Απογοητεύσεις υπήρχαν πολλές – δεν γίνεται άλλωστε να μην υπάρχουν. Αλλά χάρη σε αυτές έχουν νόημα οι πιο δυνατές χαρές !
Είσαι η έμπνευση για να αγαπήσουμε την Ελλάδα και το ελληνικό καλοκαίρι όλο και περισσότερο. Τι κάνεις καλύτερα από όλα και τι προτιμάς, τι αγαπάς να κάνεις;
Νομίζω ότι αυτό που κάνω καλύτερα είναι να παρατηρώ.
Μου αρέσει να βρίσκω πράγματα που υπάρχουν μπροστά μας αλλά έχουμε σταματήσει να τα βλέπουμε και μετά να τα ανακατεύω.
Αγαπώ περισσότερο την ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας. Μπορώ να περάσω ώρες μόνη στο εργαστήριο, ιδιαίτερα πολύ νωρίς το πρωί ή αργά τη νύχτα όταν το νησί ησυχάζει – τελευταία δεν τον κάνω τόσο γιατί δεν προλαβαίνω κι ´ αυτό ίσως μου λείπει περισσότερο. Εκείνες τις ώρες δεν υπάρχει brand, deadline ή collection. Υπάρχει μόνο η χαρά του «τι θα γίνει αν δοκιμάσω αυτό;» και νομίζω πώς σε κάτι τέτοιες στιγμές έχουν γεννηθεί όλα μέχρι σήμερα.
Τι νέο υπάρχει στη βεντάλια των αναζητήσεών σου και πώς προέκυψε;
Με απασχολεί όλο και περισσότερο η ιδέα ενός ολοκληρωμένου τρόπου ζωής.
Με ενδιαφέρει το All We See Is The Sea να μην είναι μία συλλογή προϊόντων αλλά ένας μικρός κόσμος. Να μπορείς να φορέσεις κάτι, να φας σε ένα πιάτο, να βάλεις στον τοίχο σου ένα αντικείμενο και όλα να κουβαλούν την ίδια ιστορία.
Ποιες ενδιαφέρουσες ιστορίες έχει να διηγηθεί το brand και πόσες ακόμη έρχονται;
Αν αρχίσω, δεν ξέρω πού θα σταματήσω!
Κάθε αντικείμενο σχεδόν έχει πίσω του μια ιστορία. Οι «καράβες», για παράδειγμα, προέρχονται από τα αυτοσχέδια καραβάκια που έφτιαχναν τα παιδιά στις Κυκλάδες από τενεκέδες λαδιού. Τα τάματα έχουν πίσω τους έναν ολόκληρο κόσμο πίστης και λαϊκής τέχνης. Οι ναυτικές λέξεις στα κεραμικά είναι λέξεις που άκουω στην καθημερινότητα μου. Ακόμη και τα χρώματα συχνά συνδέονται στο μυαλό μου με συγκεκριμένα νησιά, φάσεις της θάλασσας και του καιρού.
και νομίζω ότι οι ιστορίες που έρχονται είναι περισσότερες από αυτές που έχουν ήδη ειπωθεί καθώτι οι καλύτερες θάλασσες είναι αυτές που δεν έχουμε ταξιδέψει ακόμη.
Πώς είναι αλήθεια να ζεις και να δημιουργείς από ένα φωτεινό κυκλαδίτικο νησί όπως η Πάρος;
Η πραγματική ζωή σε ένα νησί έχει πολύ μικρότερη σχέση με το Instagram απ’ ό,τι φανταζόμαστε.
Έχει χειμώνα, αέρα, μοναξιά, δυσκολίες, μικρές κοινωνίες. Αλλά έχει και κάτι που για μένα είναι ανεκτίμητο – ένα ρυθμό. Βλέπεις τον καιρό να αλλάζει. Παρατηρείς πότε φυσάει βοριάς και πότε νοτιάς. Ξέρεις ποιο καΐκι έφυγε το πρωί. Τι ώρα είναι από το χρώμα του ουρανού έξω.
Φυσικά αυτό για μένα δημιουργικά είναι τεράστιος πλούτος. Το φως και η θάλασσα είναι το προφανές. Οι άνθρωποι όμως είναι η πραγματική έμπνευση ενός τόπου.
Τι εισπράττεις από τους ξένους για τη δουλειά σου;
Έχει ενδιαφέρον ότι οι ξένοι πολλές φορές βλέπουν σε αυτήν πράγματα που εμείς θεωρούμε απολύτως καθημερινά.
Μπορεί μια ελληνική λέξη για εκείνους να έχει πολύ έντονη συναισθηματική δύναμη, και ίσως αυτό με βοηθά και εμένα να ξανακοιτάω την Ελλάδα από απόσταση. Το σημαντικό είναι ότι δεν αντιμετωπίζουν αυτά τα αντικείμενα ως «Greek souvenirs». Καταλαβαίνουν ότι από πίσω υπάρχει μια πραγματική πολιτισμική μνήμη.
Ποια θα ήταν η σοφότερη συμβουλή που θα έδινες κι αυτή που έχεις λάβει;
Να μην περιμένεις να είναι όλα έτοιμα για να ξεκινήσεις.
Αν περίμενα να έχω ένα τέλειο σχέδιο, να ξέρω πώς αναπαλαιώνεται ένα καΐκι, να ξέρω πώς στήνεται ένα brand ή πώς θα είναι η ζωή μου σε πέντε χρόνια, πιθανότατα δεν θα είχα κάνει τίποτε.
Η καλύτερη συμβουλή που έχω λάβει είναι μάλλον να ασχολούμαι με αυτό που με συγκινεί πραγματικά και όχι με αυτό που θεωρώ ότι «θα έπρεπε» να κάνω – και αυτό δυστυχώς από όλους όσους συναναστράφηκα μέχρι τώρα, μου το πε μόνο ένας άνθρωπος, ο μπαμπάς μου. Πάντα μου έλεγε: “τράβα μπρος, κι ´όσα έρθουν τ´άλλα πάνε …”.
Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σου δημιούργημα;
Δυσκολεύομαι πολύ να διαλέξω αντικείμενο. Συναισθηματικά όμως επιστρέφω πάντα στα καΐκια, γιατί χωρίς αυτά δεν θα υπήρχε τίποτε από όσα ακολούθησαν.
Ίσως, αν πρέπει να διαλέξω ένα, να είναι το πρώτο. Ο “μικρός Ηλίας” της Σχοινούσας. Όχι επειδή είναι το καλύτερο έργο μου, αλλά επειδή τότε δεν ήξερα καθόλου πού θα με οδηγήσει αυτό που έκανα, ούτε τι θα ακολουθούσε – και αυτό τελικά ήταν και το πιο ωραίο.
Ποιο είναι το μαγικό συστατικό που απογειώνει μια δημιουργία;
Η αλήθεια της.
Μπορεί κάτι να είναι τέλεια σχεδιασμένο και παρ’ όλα αυτά να μην σου προκαλεί τίποτε –
Και μετά χρειάζεται και λίγο χιούμορ και φλερτ με το δημιούργημα σου.
Τι είναι η Ελλάδα για σένα και πώς νιώθεις για το πώς διαμορφώνεται; Τι θα άλλαζες και τι θα κρατούσες για πάντα;
Η Ελλάδα για μένα είναι ένας συσχετισμός με τους ανθρώπους, τους τόπους, τον χρόνο και τη θάλασσα. Αγαπώ τη χώρα μου και είμαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα αν και οι ανησυχίες μου είναι πια πάρα πολλές.
Με ανησυχεί η ταχύτητα με την οποία πολλά μέρη γίνονται όμοια μεταξύ τους. Δεν θέλω όλα τα νησιά να αποκτήσουν το ίδιο ξενοδοχείο, το ίδιο εστιατόριο, την ίδια παραλία, την ίδια «αισθητική Κυκλάδων».
Θα άλλαζα αυτή την ιδέα ότι πρόοδος σημαίνει απαραίτητα περισσότερο και μεγαλύτερο.
Θα κρατούσα για πάντα το μικρό –καφενείο, πανηγύρι – τον ψαρά που σου λέει τον καιρό χωρίς εφαρμογή. Το τραπέζι που ξαφνικά μεγαλώνει για να χωρέσει άλλους τρεις.
Και κυρίως την ιδέα ότι η θάλασσα δεν είναι θέα. Είναι ζωή.
Σε ποια μέρη η Ελλάδα έχει παραμείνει αυθεντική;
Σε μέρη που εξακολουθούν να έχουν ζωή και όταν φεύγουν οι επισκέπτες.
Οι Μικρές Κυκλάδες μού έμαθαν πάρα πολλά γι’ αυτό. Αλλά υπάρχουν ακόμη τέτοιοι τόποι παντού στην Ελλάδα — στα μικρά νησιά, στα ορεινά χωριά, σε γειτονιές πόλεων.
Η αυθεντικότητα δεν εξαρτάται από το πόσο όμορφο είναι ένα μέρος. Εξαρτάται από το αν οι άνθρωποι που ζουν εκεί εξακολουθούν να έχουν μια πραγματική σχέση μαζί του.
Με ποιον τρόπο θεωρείς ότι η δική σου αισθητική εξελίσσεται μέσα από το δημιουργικό σου ταξίδι;
Στην αρχή ένιωθα ίσως περισσότερο την ανάγκη να «διασώσω» κάτι. Τώρα με ενδιαφέρει περισσότερο να συνομιλήσω μαζί του.
Έχω μεγαλύτερη ελευθερία απέναντι στην παράδοση. Νομίζω ότι η αισθητική μου γίνεται ταυτόχρονα πιο απλή και πιο παιχνιδιάρικη.
Κρατάω όλο και λιγότερα πράγματα — αλλά θέλω αυτά που μένουν να λένε περισσότερα.
Ποια νιώθεις πως είναι τα σημαντικότερα επιτεύγματά σου;
Το σημαντικότερο είναι ότι κατάφερα να χτίσω μια ζωή κοντά σε αυτό που αγαπώ.
Είμαι επίσης πολύ περήφανη για τα «Καράβια που δεν φοβήθηκαν», γιατί ήταν ένα project χωρίς προφανή εμπορικό σκοπό, που ξεκίνησε σχεδόν από ένστικτο και απέκτησε τη δική του ζωή.
Και με συγκινεί το γεγονός ότι το All We See Is The Sea εξελίχθηκε χωρίς να χάσει αυτή την αρχική ιστορία. Ότι ένα μικρό καΐκι στη Σχοινούσα οδήγησε σε έναν ολόκληρο δημιουργικό κόσμο.
Τι νέο υπάρχει στα άμεσα σχέδιά σου;
Θέλω να διευρύνω περισσότερο αυτόν τον κόσμο.
Το “Ι SEA YOU” η νέα μας συλλογή islandwear είναι ένα βήμα προς μια πιο ολοκληρωμένη ιδέα – παράλληλα συνεχίζω να πειραματίζομαι καθώς έρχονται και νέες συνεργασίες.
Ταυτόχρονα θέλω να επιστρέψω περισσότερο και στην καθαρά εικαστική πλευρά της δουλειάς μου. Δεν θεωρώ ποτέ το brand και την τέχνη δύο διαφορετικούς κόσμους. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο.
Ποιες είναι οι αδιαπραγμάτευτες αξίες σου;
Οι “καλοί τρόποι”, ο σεβασμός, η ελευθερία και σίγουρα η ειλικρίνεια – μισώ τα ψέματα
Είμαστε αυτά που επιλέγουμε;
Σε πολύ μεγάλο βαθμό ναι. Το ενδιαφέρον είναι πως σε κάθε φάση της ζωής μας ίσως και να μην επιλέγαμε τα ίδια πράγματα – κοιτώντας πίσω κάπως έτσι νομίζω πως ο καθένας μαθαίνει τον εαυτό του.
Το τελευταίο πράγμα που αγόρασες και γιατί το διάλεξες
Η κυριακάτικη εφημερίδα που παίρνω κάθε Κυριακή χειμώνα/καλοκαίρι, προσπαθώντας να ενημερώνομαι και εκτός κινητού.
Το καλύτερο βιβλίο που διάβασες τελευταία;
“Η σοφία της ανασφάλειας” του Alan W.Watts
Ένα αντικείμενο που δεν θα ήθελες να αποχωριστείς ποτέ
Το μηχανάκι μου – ένα κόκκινο Chally Honda του ’65
Σε μια άλλη ζωή θα ήθελες να ήσουν
Κηπουρός/γεωπόνος – μάλλον έχω βρεί σε τι θα αφιερωθώ μόλις “συνταξιοδοτηθώ”
Τρία μέρη που αγαπάς να επιστρέφεις και γιατί
Λίγο σε πείσμα των καιρών, λίγο επειδή τελευταία μου έχει δημιουργηθεί η ανάγκη της “ιδιώτευσης” – θα σου πω απλώς, πως στην εποχή που ζούμε ότι αγαπάμε και μας αρέσει δεν πρέπει να το διαφημίζουμε.
Δώσε μας τον δικό σου ορισμό για την ομορφιά
Η ομορφιά είναι κάτι που σε κάνει να κοντοσταθείς χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί.
Ομορφιά για μένα είναι το ακριβώς αντίθετο της τελειότητας.
Τι θεωρείς αυθεντικό στις μέρες μας;
Αυθεντικό είναι αυτό που δεν προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει ότι είναι αυθεντικό.
Ένας άνθρωπος που κάνει καλά αυτό που ξέρει χωρίς να σκέφτεται πώς θα παρουσιαστεί. Ένα μαγαζί που δεν άλλαξε τον εαυτό του επειδή άλλαξε η μόδα. Ένα νησί που εξακολουθεί να έχει χειμώνα.
Σήμερα που σχεδόν τα πάντα μπορούν να σκηνοθετηθούν, αυθεντικότητα για μένα είναι ό,τι έχει πραγματική ζωή πίσω από την εικόνα του.