Mιλήστε μας για τη δημιουργική σας διαδρομή και ποια κρατάτε στην καρδιά σας σαν τα σημαντικότερα επιτεύγματα που έχετε καταφέρει;

Έχοντας μεγαλώσει σε ένα σπίτι γεμάτο τέχνη, με τον παππού μου να ζωγραφίζει ασταμάτητα, η σχέση μου με το αντικείμενο ξεκίνησε αρκετά νωρίς. Η τέχνη δεν ήταν κάτι έξω από την καθημερινότητά μου, αλλά ένας τρόπος να αντιμετωπίζω την ύπαρξη μου και να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου. Από μικρό κορίτσι, η ιστορία της τέχνης, η ζωγραφική, αλλά και ο χορός, υπήρξαν για μένα μορφες διεξόδου. Ένας τρόπος επικοινωνίας τρυφερός και ταυτόχρονα σύνθετος, σχεδόν σιωπηλός κάποιες φορές – βαθιά αισθαντικός. Ίσως αυτή η ανάγκη μου να μεταφράσω τον κόσμο γύρω μου με τρόπους που δεν είναι πάντα λεκτικοί, είναι που με οδήγησε τελικά σε αυτή τη διαδρομή.
Μετά το σχολείο, σπούδασα για δύο χρόνια στο Λονδίνο και στη συνέχεια πήγα στο Σικάγο, όπου έμεινα επτά χρόνια, για το υπόλοιπο των σπουδων μου και τη μετέπειτα δουλειά μου σε μουσεία, όπως το Art Institute of Chicago, το Museum of Contemporary Art και τέλος το Block Museum of Art, Northwestern University, οπου δούλεψα ως βοηθός επιμελητή. Στο Σικάγο άρχισα να καταλαβαίνω πιο ουσιαστικά τι σημαίνει μουσειακή πρακτική, ιστορική έρευνα και ποια είναι η ευθύνη που κουβαλουν στο DNA τους οι οργανισμοί που προωθούν την τέχνη.
Επέστρεψα στην Αθήνα όταν κλήθηκα να εργαστώ στην documenta 14 ως ASFA Liaison και Curatorial Assistant για δύο χρόνια. Στη συνέχεια συνεργάστηκα στο κομμάτι παραγωγής και tour management με τη πρωτοπόρα Ελληνοελβετίδα χορογράφο Αλεξάνδρα Μπαχτσέτζη.
Η πορεία αυτή με οδήγησε τελικά στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Το ένιωσα ως μια φυσική, αλλά και συνειδητή επιστροφή ώστε να αξιοποιήσω όσα έμαθα, όσα είδα και όσα μου δόθηκαν και να τα μοιραστώ με την καλλιτεχνική κοινότητα που με περιβάλλει. Αν κάτι κρατώ από αυτή τη διαδρομή, είναι η επίγνωση ότι έχω υπάρξει πολύ τυχερή. Και αυτή η επίγνωση φέρνει ευθύνη: να κάνω το Ίδρυμα πιο ανοιχτό και εξωστρεφές, να στηρίζω έμπρακτα την καλλιτεχνική σκηνή και να δημιουργώ πραγματικές ευκαιρίες για νέες συνεργασίες. Για μένα αυτό το μοίρασμα είναι ο τρόπος να δώσω πίσω όσα μου έχουν δοθεί.

Τι είναι η Τέχνη για εσάς και πως έχετε διεσδύσει στον χώρο;

Η τέχνη για μένα είναι ένας τρόπος να παραμένεις ζωντανός μέσα σε έναν κόσμο που συνεχώς προσπαθεί να σε μουδιάσει. Δεν τη βλέπω ως κάτι ελιτίστικο ή αποκομμένο από την πραγματικότητα. Αντιθέτως, πιστεύω ότι η τέχνη καμιά φορά μπορεί να είναι αφυπνιστική ή διαπεραστική, γιατί μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεσαι, που αισθάνεσαι, που κοιτάς τον κόσμο γύρω σου. Με ενδιαφέρει η τέχνη που δεν λειτουργεί σαν εικόνα προς κατανάλωση, αλλά σαν εμπειρία. Η τέχνη που κοιτάζει το παρελθόν, το σέβεται, το επανεξετάζει και το μεταφράζει στο παρόν. Που δημιουργεί ρωγμές στα δεδομένα. Που σε κάνει να νιώσεις λίγο πιο ελεύθερη, λίγο πιο εκτεθειμένη, λίγο πιο ευαίσθητη, λίγο πιο ανθρώπινη.
Ίσως για αυτό δεν κατάφερα ποτέ να τη διαχωρίσω από τη ζωή. Τη βλέπω μέσα στη μουσική, στο χορό, στα εικαστικά, στο φως μιας πόλης, σε μια πολιτική χειρονομία, σε μια παύση. Η τέχνη, όταν είναι αληθινή, δεν σε νανουρίζει. Σε παρηγορεί και, ταυτόχρονα, σε ξεβολεύει. Και ίσως μόνο τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι τίποτα ουσιαστικό δεν είναι ποτέ απόλυτα άσπρο ή μαύρο..

Η σχέση μου με τον χώρο διαμορφώθηκε σταδιακά, μέσα από σπουδές, εμπειρίες και χρόνια δουλειάς. Αυτό που με ενδιέφερε πάντα ήταν ένας χώρος όπου η ιστορία της τέχνης δεν αντιμετωπίζεται σαν κάτι στατικό ή ακαδημαϊκό, αλλά σαν κάτι ζωντανό, που συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν. Από παιδί λάτρευα να μελετώ την ιστορία της τέχνης και, κυρίως, τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που ώθησαν τους καλλιτέχνες να δημιουργήσουν. Με συγκινούσε η ιδέα ότι πίσω από κάθε έργο υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο γύρω του ή να αντισταθεί σε αυτόν. Και ίσως αυτό συνεχίζω να αναζητώ και σήμερα: τις σύγχρονες εκφάνσεις αυτής της ανάγκης, τον τρόπο που η ιστορία επανέρχεται, μεταμορφώνεται και συνεχίζει να υπάρχει μέσα στη σημερινή καλλιτεχνική δημιουργία.

Τρέφω τεράστιο σεβασμό για τους καλλιτέχνες. Πιστεύω ότι χρειάζεται πολύ αφοσιωμένο μυαλό και πολύ «γερό στομάχι» για να αφιερώσεις τη ζωή σου σε κάτι τόσο αβέβαιο. Να απομονώνεσαι για ώρες μέσα σε ένα ατελιέ, να δουλεύεις πάνω σε κάτι που δεν γνωρίζεις αν θα επιβιώσει στον χρόνο, αν θα συναντήσει ποτέ κοινό ή αν θα κατανοηθεί πραγματικά. Υπάρχει κάτι βαθιά γενναίο σε αυτή την επιλογή, σε αυτή την εμμονή να συνεχίζεις να δημιουργείς, ενώ ο κόσμος γύρω σου κινείται όλο και πιο γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι που με συγκινεί περισσότερο στην τέχνη: ότι στην πιο καθαρή της μορφή δεν γεννιέται από φιλοδοξία ή στρατηγική, αλλά από ανάγκη.

Τι είναι το Ίδρυμα Θεοχαράκη, που στοχεύει και τι θεωρείτε αδιαπραγμάτευτο σε σχέση με το πως διαχειρίζεστε τις επιδιώξεις του;

Το Ίδρυμα Θεοχαράκη είναι για μένα κάτι πολύ περισσότερο από ένας πολιτιστικός οργανισμός. Είναι ένας χώρος όπου συναντιούνται η ιστορία της τέχνης, η σύγχρονη σκέψη και η ανθρώπινη εμπειρία. Ένας οργανισμός με βαθιά σχέση με τον μοντερνισμό και μια σημαντική πολιτιστική διαδρομή, που, όμως, πρέπει να παραμένει ενεργός και συνδεδεμένος με το παρόν.
Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το Ίδρυμα να μη λειτουργεί σαν ένας κλειστός θεσμός που απλώς παρουσιάζει εκθέσεις, αλλά σαν ένας χώρος με πραγματική παρουσία μέσα στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή της πόλης. Ένας χώρος όπου μπορούν να συνυπάρχουν η ιστορική έρευνα, η σύγχρονη καλλιτεχνική πρακτική, η μουσική, η εκπαίδευση και ο δημόσιος διάλογος χωρίς επιτήδευση.
Για μένα αδιαπραγμάτευτα παραμένουν η ποιότητα και η ακεραιότητα. Να υπάρχει πραγματικός λόγος πίσω από κάθε έκθεση, κάθε συνεργασία και κάθε επιλογή. Να μη λειτουργούμε με όρους εντυπωσιασμού ή πολιτιστικής κατανάλωσης, αλλά με συνέπεια, βάθος και σεβασμό απέναντι τόσο στους καλλιτέχνες όσο και στο κοινό.
Στόχος μας είναι να δημιουργούμε εκθέσεις και συνεργασίες με διάρκεια. Να φέρνουμε σημαντικά έργα και καλλιτέχνες στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα να στηρίζουμε ενεργά και τη σύγχρονη καλλιτεχνική σκηνή και τους ανθρώπους της. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ανταλλαγή ανάμεσα στην Αθήνα και το διεθνές περιβάλλον.
Και ίσως το πιο σημαντικό είναι να μη χάσει ποτέ το Ίδρυμα τη δυνατότητα να συγκινεί, να γεννά σκέψεις και να φέρνει τους ανθρώπους πραγματικά πιο κοντά στην τέχνη.

Ποιες είναι οι πιο σημαντικές κατακτήσεις σας στον τομέα αυτό;

Η πιο σημαντική κατάκτηση για μένα είναι ότι αρχίζει να διαμορφώνεται μια πιο ξεκάθαρη και σύγχρονη ταυτότητα για το Ίδρυμα Θεοχαράκη. Ένας οργανισμός που συνεχίζει να τιμά τη σχέση και την αγάπη του για τον μοντερνισμό, αλλά ταυτόχρονα προσπαθεί να συνομιλεί ουσιαστικά με τις ανάγκες του σήμερα. Για μένα ήταν πάντα πολύ σημαντικό να υπάρχει σεβασμός στην ταυτότητα και την ιστορία, που έχει χτίσει το Ίδρυμα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει στασιμότητα. Με ενδιαφέρει ένας οργανισμός ζωντανός, ανοιχτός και εξωστρεφής, που δεν φοβάται να εξελιχθεί, να συνεργαστεί και να δημιουργήσει νέες γέφυρες ανάμεσα στην ιστορία της τέχνης και τη σύγχρονη καλλιτεχνική σκέψη.

Η πρόσφατη έκθεση του ιδρύματος είναι η αναδρομική του σπουδαίου Stephen Antonakos. Μιλήστε μας για τις δυσκολίες, τη διευθέτηση και το αριστουργηματικό αποτέλεσμα μιας έκθεσης που αγγίζει απευθείας την καρδιά

Η αναδρομική έκθεση του Stephen Antonakos είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για εμάς, αλλά και μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία. Υπήρχαν πολύ σημαντικοί διεθνείς και τοπικοί δανεισμοί – από διαφορετικές συλλογές, estates, οργανισμούς – τεχνικές απαιτήσεις γύρω από τα έργα, αλλά και η ευθύνη να παρουσιαστεί το έργο τόσο σημαντικων καλλιτεχνών με σοβαρότητα, καθαρότητα και σεβασμό. Αυτό που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η έκθεση δεν αντιμετωπίζει τον Antonakos μεμονωμένα.

Το έργο του μπαίνει σε διάλογο με καλλιτέχνες όπως οι Francis Alÿs, Christo, Chryssa, Lucio Fontana, Ray Johnson, On Kawara, Kazimir Malevich, Gordon Matta Clark, Robert Ryman και άλλοι. Έτσι, η έκθεση ανοίγει μια ευρύτερη συνομιλία γύρω από το φως, τον χώρο, τη γεωμετρία, την εννοιολογική τέχνη και τη σιωπηλή δύναμη της αφαίρεσης. Δεν λειτουργεί μόνο ως ιστορική αναδρομή, αλλά και ως μια ζωντανή τοποθέτηση γύρω από τη θέση του Antonakos μέσα στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης.

Νομίζω πως το αποτέλεσμα έχει αυτή την ισορροπία που θέλαμε από την αρχή. Έχει ιστορικό βάρος, αλλά δεν είναι βαρύ. Έχει ακρίβεια, αλλά δεν είναι ψυχρό. Επιτρέπει στον θεατή να δει τον Antonakos όχι μόνο ως έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, αλλά ως έναν δημιουργό που εξακολουθεί να συνομιλεί ουσιαστικά με την τέχνη του 20ού και του 21ου αιώνα. Για μένα, αυτό είναι και το πιο συγκινητικό στοιχείο της έκθεσης. Δεν προσπαθεί να επιβληθεί. Σε καλεί απλώς να σταθείς λίγο πιο ήσυχα μέσα στον χώρο και να δεις το φως, την αρχιτεκτονική και τον χρόνο με έναν διαφορετικό τρόπο.

Tι ανταπόκριση έχει από το κοινό, τι έχετε αφουγκραστεί και τι σχόλια έχετε εισπράξει;

Η ανταπόκριση του κοινού στην έκθεση του Stephen Antonakos ήταν πραγματικά πολύ συγκινητική. Από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες είδαμε πολύ μεγάλη προσέλευση και αληθινό ενδιαφέρον από ανθρώπους διαφόρων ηλικιών και εικαστικών ενδιαφερόντων. Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, όμως, δεν ήταν μόνο η επισκεψιμότητα, αλλά ο τρόπος που ο κόσμος βίωσε την έκθεση. Πολλοί άνθρωποι είπαν ότι επέστρεψαν δεύτερη φορά ή ότι αισθάνθηκαν πως η έκθεση τους έδωσε έναν διαφορετικό ρυθμό, μέσα στην ένταση της καθημερινότητας. Νομίζω πως αυτό είναι ίσως και το πιο όμορφο σχόλιο που μπορεί να λάβει μια έκθεση.

Πόσο σημαντικό είναι και για τις νεότερες γενιές να έχουν την ευκαιρία να βιώσουν από κοντά έργα και καλλιτέχνες τέτοιας ανεκτίμητης αξίας;

Είναι κάτι πολύ σημαντικό για εμάς, γιατί στο πλαίσιο αυτής της έκθεσης καταφέραμε να έρθουν πολύ σπουδαία έργα στο Ίδρυμα, έργα που ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα δω στην Ελλάδα. Όσο ζούσα και εργαζόμουν στην Αμερική, είχα τη δυνατότητα να βλέπω καθημερινά από κοντά έργα και εκθέσεις υψηλού επιπέδου, και πάντα σκεφτόμουν πόσο διαφορετική είναι η σχέση με την τέχνη όταν τη βιώνεις πραγματικά μέσα στον χώρο και όχι μόνο μέσα από βιβλία ή οθόνες.

Γι’ αυτό νιώθω ιδιαίτερη χαρά που μπορούμε να μοιραζόμαστε αυτή τη δυνατότητα με το αθηναϊκό κοινό και, ειδικά, με τις νεότερες γενιές, που ίσως για πρώτη φορά έρχονται σε τόσο άμεση επαφή με έργα ιστορικής σημασίας. Η φυσική παρουσία ενός έργου αλλάζει τελείως την εμπειρία. Η κλίμακα, το φως, οι πινελιές, η υλικότητα, ακόμα και η σιωπή γύρω του, δημιουργούν μια σχέση που δεν μπορεί να μεταφερθεί ψηφιακά. Και πιστεύω πως αυτές οι εμπειρίες μπορούν να μείνουν μέσα σου και να επηρεάσουν τον τρόπο που βλέπεις την τέχνη, αλλά και τον ίδιο τον κόσμο γύρω σου.

Μιλήστε μας για τις συνεργασίες που έχετε κάνει και πως έχουν διαμορφωθεί με το πέρασμα του χρόνου

Τα τελευταία χρόνια στο Ίδρυμα Θεοχαράκη έχουν αλλάξει πολλά. Αν θα στεκόμουν, όμως, στις πιο ουσιαστικές αλλαγές, θα μιλούσα κυρίως για τη νέα δυναμική που έχει δημιουργηθεί μέσα από τη συνεργασία μας με τον Στέλιο Βασιλάκη, διευθυντή του Ιδρύματος. Υπάρχει πλέον μεγαλύτερη εξωστρέφεια, πιο διεθνής προσανατολισμός και περισσότερη τόλμη, τόσο στο πρόγραμμα όσο και στις συνεργασίες μας.

Πιστεύω πολύ ότι οι πολιτιστικοί οργανισμοί δεν μπορούν να μένουν στάσιμοι. Πρέπει να εξελίσσονται μαζί με την εποχή τους, χωρίς, όμως, να χάνουν τη σοβαρότητα και την ταυτότητα που κουβαλούν. Για αυτό αποφασίσαμε με τον Στέλιο να ανοίξουμε το Ίδρυμα σε νέες φωνές και διαφορετικά δημιουργικά πεδία.

Στη μουσική, συνεργαζόμαστε με επιμελητές όπως ο Σταύρος Γασπαράτος, η Λορέντα Ράμου και ο Μιχάλης Παρασκάκης, δημιουργώντας συναυλίες και ηχητικά projects, που συνομιλούν κάθε φορά με τις εικαστικές μας εκθέσεις. Παράλληλα, με την Κατερίνα Καφετζή (Kafka) αναπτύξαμε τη σειρά συζητήσεων «Το βιβλίο που με διάβασε», μια ιδέα της που αγαπώ ιδιαίτερα γιατί μεταφέρει τη συζήτηση γύρω από την τέχνη και τη δημιουργία σε κάτι πιο προσωπικό και βιωματικό.

Ταυτόχρονα, έχουμε διαμορφώσει ένα εκθεσιακό πλάνο έως το 2030, με προσκεκλημένους επισκέπτες επιμελητές ανάλογα με τη θεματική της κάθε έκθεσης.Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ιδέα της εξειδικευμένης επιμέλειας και της πραγματικής συνεργασίας, κάτι που έγινε ήδη στις δύο τελευταίες μεγάλες εκθέσεις μας, στην έκθεση Γεωμετρική Αφαίρεση: Όπυ Ζούνη, Etel Adnan, Samia Halaby, Saloua Raouda Choucair, Ebtisam Abdulaziz, Lubna Chowdhary, με επιμελητή τον Γιάννη Μπόλη και στην έκθεση Stephen Antonakos: Υστερόγραφα Χρόνου και Χώρου, με επιμελήτρια την Sara Reisman.

Και, φυσικά, ένα κομμάτι που αγαπώ βαθιά είναι τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Ιδρύματος. Εκεί φαίνεται πραγματικά ο λόγος ύπαρξης ενός πολιτιστικού οργανισμού. Το να βλέπεις παιδιά, εφήβους, αλλά και ανθρώπους που ίσως δεν είχαν ποτέ στενή σχέση με την τέχνη να έρχονται σε επαφή μαζί της, με έναν ανοιχτό και βιωματικό τρόπο, είναι κάτι που συνεχίζει να με συγκινεί πολύ.

Tι αγαπάτε και τι όχι στον χώρο που κινείστε;

Αυτό που αγαπώ περισσότερο στον χώρο της τέχνης είναι ότι, στις καλύτερες στιγμές του, μπορεί να δημιουργήσει πραγματικές συναντήσεις. Να φέρει κοντά ανθρώπους, ιδέες και τρόπους σκέψης, που ίσως αλλιώς δεν θα συναντιόντουσαν ποτέ. Υπάρχει κάτι πολύ ζωντανό και βαθιά ανθρώπινο σε αυτό. Πιστεύω, επίσης, πολύ στη συνεργασία ανάμεσα στους πολιτιστικούς οργανισμούς. Και νιώθω πραγματικά ευγνώμων γιατί υπάρχουν οργανισμοί στην Αθήνα που έχουν στηρίξει το Ίδρυμα με γενναιοδωρία, λειτουργώντας με έναν τρόπο που δείχνει ότι ο πολιτισμός δεν χρειάζεται να βασίζεται στον ανταγωνισμό, αλλά στη συνεργασία και την ανταλλαγή. Αυτό το θαυμάζω πολύ.
Αυτό που με δυσκολεύει κάποιες φορές είναι όταν ο χώρος γίνεται υπερβολικά κλειστός στον εαυτό του. Όταν δημιουργούνται μικροκλίματα, επαναλαμβανόμενοι κύκλοι και μια αίσθηση ότι οι ευκαιρίες κινούνται συνεχώς γύρω από τους ίδιους ανθρώπους. Νομίζω πως η τέχνη χάνει κάτι από τη δύναμή της όταν λειτουργεί μέσα από απόσταση, επιτήδευση ή έναν ελιτισμό, που τελικά περιορίζει αντί να ανοίγει τον διάλογο.
Προσωπικά, μου αρέσει να λειτουργώ πιο άμεσα και πιο απλά. Να κοιτάζω τους ανθρώπους και τη δουλειά τους με καθαρή ματιά, ένστικτο και δημοκρατικότητα. Πιστεύω πολύ στη σοβαρότητα και την ποιότητα, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτές χρειάζονται αλαζονεία για να υπάρξουν.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία τις επόμενες εκθεσιακές μας συνεργασίες. Η επόμενη έκθεση του Ιδρύματος ανοίγει τον Οκτώβριο του 2026 και οι τρεις εκθεσιακοί χώροι θα μοιραστούν ανάμεσα σε δύο τελείως διαφορετικές επιμελητικές προσεγγίσεις.
Η πρώτη είναι η ατομική έκθεση της Καναδής καλλιτέχνιδας Kylie Manning, σε επιμέλεια του Άκη Κόκκινου. Η δεύτερη, σε επιμέλεια του Γιώργου Τζιρτζιλάκη σε συνεργασία με την αρχιτεκτονική ομάδα Ασκήσεις Εδάφους, είναι αφιερωμένη στον καταξιωμένο αρχιτέκτονα Χρήστο Παπούλια, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή.

Με ενδιαφέρουν εκθέσεις που έχουν ιστορικό βάρος, αλλά παραμένουν ζωντανές μέσα στο παρόν. Εκθέσεις που δεν εξαντλούνται τη στιγμή που τις επισκέπτεσαι, αλλά συνεχίζουν να δουλεύουν μέσα σου και μετά. Που αφήνουν μια εικόνα, μια σκέψη ή ακόμα και μια αίσθηση, η οποία επιστρέφει απρόσμενα στον χρόνο.

Ποιο θα ήταν ένα dream project για εσάς;

Αυτό που κάνω σήμερα. Νιώθω πολύ τυχερή που έχω τη δυνατότητα να δουλεύω γύρω από την τέχνη με έναν τρόπο ζωντανό και συνεχώς εξελισσόμενο. Φυσικά υπάρχουν ακόμα καλλιτέχνες, συνεργασίες και εκθέσεις που ονειρεύομαι, αλλά για μένα το πραγματικό dream project είναι να χτίζεις κάτι με διάρκεια, ταυτότητα και αληθινό αποτύπωμα. Και νιώθω πως βρισκόμαστε ήδη σε αυτή τη διαδικασία.

Μια έκθεση που δεν θα ξεχάσετε ποτέ

Μια έκθεση που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν το A Lot of Sorrow του Ragnar Kjartansson στο Art Institute of Chicago. Την είδα όσο ζούσα στο Σικάγο και θυμάμαι ακόμα τη σχεδόν απορρυθμιστική αίσθηση που δημιουργούσε μέσα στον χώρο. Οι The National έπαιζαν το ίδιο τραγούδι ξανά και ξανά για έξι συνεχόμενες ώρες και κάπου μέσα σε αυτή την επανάληψη ο χρόνος άρχιζε να λυγίζει. Το πιο ιδιαίτερο ήταν ότι μπορούσες να μπεις και να βγεις από την έκθεση οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο 24ωρο, σαν να λειτουργούσε έξω από την κανονική αίσθηση χρόνου και καθημερινότητας.
Αυτό που με συγκλόνισε ήταν ότι το έργο χρησιμοποιούσε κάτι εξαιρετικά απλό, την επανάληψη, για να μιλήσει τελικά για την ανθρώπινη αντοχή. Όχι με έναν ηρωικό ή δραματικό τρόπο, αλλά σχεδόν βιολογικά. Παρακολουθούσες το σώμα, τη φωνή και το συναίσθημα να μεταβάλλονται σταδιακά μέσα στον χρόνο, μέχρι που το ίδιο το τραγούδι έχανε την αρχική του μορφή και γινόταν κάτι άλλο. Σαν μια μελέτη πάνω στην επιμονή, στη φθορά, στη μελαγχολία, αλλά και στην παράξενη ομορφιά του να συνεχίζεις. Εκείνη η έκθεση δεν ζητούσε απλώς να τη δεις. Ζητούσε να αντέξεις μαζί της.

Δώστε μας τον δικό σας ορισμό για την ομορφιά

Ομορφιά είναι όταν κάτι παραμένει τρυφερό χωρίς να γίνεται αδύναμο.

Τι θεωρείτε αυθεντικό στις μέρες μας;

Την απλότητα που έχει βάθος.

Author