Έχεις την τύχη να βρίσκεσαι διαρκώς με ανθρώπους και να ζεις σε τόπους που έχουν βαθιά και ουσιαστική σχέση με την αρχιτεκτονική, τη χειροτεχνία, την ουσία αυτού που αποκαλούμε ελληνική παράδοση. Πώς είναι αλήθεια να το βιώνεις αυτό και πώς αποφάσισες να ασχοληθείς ενεργά με το interiors;
Νομίζω πως δεν το βίωσα ποτέ ως κάτι «θεωρητικό». Δουλεύω από τα 23 μου και μεγάλωσα παρατηρώντας ανθρώπους που δημιουργούσαν, αλλά και τεχνίτες που έδιναν σημασία στην ιστορία, στην υλικότητα και στη χρηστικότητα της καθημερινής ζωής. Στην Ελλάδα —και ειδικά στα νησιά, αλλά και στην Πάτμο— υπάρχει μια βαθιά, σχεδόν ασυνείδητη αισθητική γνώση. Τη βλέπεις σε ένα σπίτι, σε μια αυλή, σε ένα τραπέζι, στον τρόπο που φθείρεται και αφήνεται ένα αντικείμενο μέσα στον χρόνο. Αυτό με επηρέασε πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε ακαδημαϊκή προσέγγιση.
Με το interiors ασχολήθηκα γιατί πάντα με ενδιέφερε ο τρόπος που ο χώρος επηρεάζει το συναίσθημα και τελικά τη ζωή μας. Δεν με συγκινούσε ποτέ το design ως εικόνα μόνο· με ενδιέφερε η αίσθηση του ανήκειν, η σχέση του ανθρώπου με τα αντικείμενα και τα υλικά γύρω του, ως τρόπος ζωής.
Πώς διαμορφώθηκε η διαδρομή σου και ποια είναι τα highlights, τα σημαντικά βήματα που σε έφεραν εδώ που βρίσκεσαι σήμερα;
Η διαδρομή μου διαμορφώθηκε πολύ οργανικά. Δεν υπήρξε ένα συγκεκριμένο σημείο καμπής, αλλά μια συνεχής ανάγκη να εξερευνώ διαφορετικές μορφές δημιουργίας — από το Eye Ring που ξεκίνησα στα 19 μου, μέχρι την αρχιτεκτονική, όπου άρχισα να δουλεύω πρακτικά λίγα χρόνια αργότερα.
Τα interiors με οδήγησαν σταδιακά πιο κοντά στο design και στα crafts, αλλά και στη δημιουργία αντικειμένων με αφηγηματικό και πολλές φορές λαϊκό χαρακτήρα, με έντονες αναφορές στο Αιγαίο.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα ταξίδια στο εξωτερικό και οι συνεργασίες μου με ανθρώπους στην Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Αγγλία, καθώς και η βαθύτερη έρευνα πάνω στις παραδοσιακές τεχνικές της Ελλάδας.
Η Λέσβος, την οποία γνώρισα χάρη στον πατέρα μου, υπήρξε κομβική για μένα, γιατί εκεί ήρθα σε επαφή με ανθρώπους που συνεχίζουν να δημιουργούν με τρόπους σχεδόν χαμένους στη σύγχρονη εποχή.
Φέτος αφοσιώθηκα στην παρουσίαση της συλλογής Sail Away στη Milan Design Week, μαζί με την Ambra Medda και την Amy Tai, που μου έδωσαν την τιμή αλλά και την ελευθερία να παρουσιάσω τις ιδέες μου και την αναζήτηση αυτή στο νησί της Λέσβου. Το Μιλάνο είναι ένας διεθνής πυρήνας design και ήταν ίσως η πρώτη φορά που ένιωσα πως ένα τόσο προσωπικό και πρωτόγνωρο «ταξίδι» στην Λέσβο θα μπορούσε να αποκτήσει παγκόσμια απήχηση.
Το story της ανακάλυψης μιας δημιουργικής προοπτικής με τη δημιουργία αντικειμένων πώς γεννήθηκε η πρώτη ιδέα και πώς διαμορφώθηκε με το πέρασμα του χρόνου;
Ξεκίνησε από μια βαθιά ανάγκη να δημιουργώ αντικείμενα που να κουβαλούν χαρακτήρα και σύνδεση. Με συγκινούσαν πάντα τα διαχρονικά αντικείμενα που μοιάζουν να έχουν ζήσει – έστω σε κάποιες πτυχές τους- πριν από εσένα και να συνεχίζουν να αποκτούν νόημα μέσα στον χρόνο.
Στην αρχή εστίαζα περισσότερο στην έρευνα πάνω στα υλικά και στις τεχνικές. Σταδιακά όμως κατάλαβα ότι αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν η αφήγηση πίσω από κάθε αντικείμενο — τι συμβολίζει, πώς συνδέεται με έναν τόπο και πώς μπορεί να πάρει έναν προσωπικό χαρακτήρα καο να αποκτήσει μια αυθεντικότητα ανεξίτηλη στον χρόνο.
Με τα χρόνια η προσέγγισή μου έγινε πιο ουσιαστική, πιο αφαιρετική και ίσως τελευταία πιο πειραματική. Προσπαθώ κάθε αντικείμενο να έχει λόγο ύπαρξης και να λειτουργεί ως φορέας εμπειρίας, χωρίς πολλές φορές να γνωρίζω ούτε εγώ ακριβώς τι θέλω να εκφράσω μέχρι να προκύψει μέσα από τη διαδικασία.
Συμμετείχες σε μια έκθεση στη Milan Design Week με τη συλλογή Sail Away που προέκυψε από τη συνεργασία σου με τον Ιάπωνα Yumo Yuan. Τι ήταν ακριβώς, πώς διαμορφώθηκε και πώς ήταν για σένα η εμπειρία αυτή;
Η συλλογή Sail Away γεννήθηκε μέσα από έναν ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα σε δυο πολιτισμούς- Κίνα και Ελλάδα — μια ιδέα της Ambra, που έχει ρίζες από την Ελλάδα, και της Amy, που έχει ρίζες από την Κίνα. Μαζί με τον Yumo Yuan εξερευνήσαμε κοινά σύμβολα διαφορετικών παραδόσεων και το πώς η χειροτεχνία μπορεί να λειτουργήσει σαν μια κοινή γλώσσα.
Η συλλογή παρουσιάστηκε στη Milan Design Week στο Amo Shop, τον προσωπικό χώρο της Ambra που μόλις ολοκληρώθηκε, και αποτέλεσε για μένα μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Ήταν πολύ συγκινητικό να βλέπω ανθρώπους από διαφορετικά μέρη του κόσμου να συνδέονται συναισθηματικά με αντικείμενα που είχαν τόσο έντονες αναφορές στη λαϊκή ελληνική παράδοση.
Η συγκεκριμένη έκθεση ήταν μια υπενθύμιση πως το design δεν αφορά μόνο την αισθητική ή τη μόδα· αφορά τις ιστορίες που επιλέγουμε να αφηγηθούμε σήμερα — όταν αυτές λέγονται με ειλικρίνεια, και μελέτη, ο κόσμος ανταποκρίνεται.
Από πού αντλήσατε έμπνευση και ποια στοιχεία ήταν αυτά που αναπαράχθηκαν;
Η έμπνευση για τα υφαντά του Yumo προήλθε από σύμβολα που απομόνωσα από ελληνικά crafts τα οποία χρησιμοποιώ στη δουλειά μου — από την κεραμική, την υφαντική, την ξυλογλυπτική. Σύμβολα προστασίας, μετάβασης και ταξιδιού. Μελετήσαμε μοτίβα που εμφανίζονται τόσο στην ελληνική όσο και στην ιαπωνική κουλτούρα, όπως η σπείρα, τα αηδόνια, τα καράβια.
Μας ενδιέφερε ιδιαίτερα η ιδέα ότι άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες και στις ίδιες αρχαίες περιόδους δημιουργούσαν παράλληλα παρόμοια σύμβολα για να εκφράσουν κοινές ανθρώπινες ανάγκες.
Δεν θέλαμε να αναπαράγουμε την παράδοση με νοσταλγικό τρόπο, αλλά να τη μεταφράσουμε σε μια σύγχρονη γλώσσα.
Τι ακριβώς δημιούργησες σε συνεργασία με τεχνίτες της Λέσβου και ποια μοναδική διεργασία ανακάλυψες και προώθησες;
Στη Λέσβο συνεργάστηκα με κεραμίστες και καλλιτέχνες που συνεχίζουν να δουλεύουν με παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής. Αυτό στο οποίο εστίασα ιδιαίτερα ήταν η διαδικασία ψησίματος των κεραμικών στο χωριό του Μανταμάδου — μια ιστορία που ξεκινά από τον 19ο αιώνα, όπου ο πηλός συλλέγεται από την τοπική γη και τα κεραμικά ψήνονται σε καμίνια, πλέον προστατευμένα από την UNESCO, με κουκούτσια ελιάς.
Στη συνέχεια βάφονται με ασβέστη από τη γυναίκα του κεραμίστα, ακολουθώντας την ίδια παράδοση και τα ίδια μοτίβα της σπείρας που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Κουμάρια και γιουβέτσια — χρηστικά αντικείμενα μιας άλλης εποχής — και ένα κοχύλι ως μια σύγχρονη δική μου προσθήκη σε αυτή την ιστορία.
Μέσα από αυτή τη συνεργασία προσπάθησα να αναδείξω όχι μόνο το τελικό αντικείμενο αλλά και την ίδια τη σπάνια, αργή διαδικασία παραγωγής ως μια πολιτιστική αναφορά προς εξαφάνιση. Με ενδιέφερε να δημιουργηθεί ένας διάλογος ανάμεσα στο παρελθόν και το σήμερα, αναδεικνύοντας την αυθεντικότητα της τεχνικής.
Πέρα από τα κεραμικά, παρουσίασα τάματα και την κλασική πλαστική καρέκλα αποδοσμένη σε cast αλουμίνιο, βαμμένη από έναν εξαιρετικό καλλιτέχνη από το χωριό της Καλλονής.
Οι cast καρέκλες από καλούπια άμμου — είτε αμμοβολημένες είτε βαμμένες — καθώς και κάποια «collage» από υφαντά των δεκαετιών ’30 έως ’50 ραμμένα στην Πάτμο σε παραδοσιακή λινάτσα, που ονομάζω Mother to Daughter γιατί μου τα έδωσε η μητέρα μου, είναι επίσης κομμάτια που παρουσίασα και αποτελούν μέρος του project μου Objects of Love, οπου επαναφέρω καθημερινά, συνήθως ξεχασμένα αντικείμενα, σε μια νέα ζωή και μορφή.
Πόσο σημαντική θεωρείς τη διατήρηση των παραδοσιακών τρόπων και τεχνικών με την αυθεντική τους μορφή και τι αφήγηση έχει στο σύγχρονο κοινό;
Το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό, όχι όμως ως κάτι μουσειακό ή στατικό. Οι παραδοσιακές τεχνικές κουβαλούν σοφία, βιωμένη γνώση και μια διαφορετική σχέση με τον χρόνο και την ύλη.
Κάποτε ήταν κοινό οι γνώσεις αυτές να περνούν από γενιά σε γενιά μέσα στις οικογένειες κεραμιστών ή τεχνιτών για εκατοντάδες χρόνια, όπως συνέβη στη Μυτιλήνη με οικογένειες όπως οι Κουρτζή, Κουβδή και Χατζηγιάννη.
Το σύγχρονο κοινό έχει ανάγκη από αυθεντικότητα. Μέσα σε μια εποχή υπερπαραγωγής, μόδας και ταχύτητας, οι άνθρωποι αναζητούν ξανά τη σημασία της τεχνοτροπίας, αντικείμενα με ανθρώπινο αποτύπωμα και ιστορία.
Πιστεύω πως η παράδοση αποκτά πραγματική αξία όταν συνεχίζει να εξελίσσεται — και αυτό προσπάθησα να κάνω.
Πώς αντέδρασε το κοινό στο Μιλάνο και πόσο αλήθεια ενδιαφέρεται για την παράδοση;
Η ανταπόκριση ήταν πολύ συγκινητική. Υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον όχι μόνο για την αισθητική των αντικειμένων αλλά και για τις ιστορίες πίσω από αυτά, από ανθρώπους απο όλο τον κόσμο. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα πέραν των Ιταλων, Ιάπωνες και Αμερικανούς δημοσιογράφους για τη θερμή τους ανταπόκριση και το ειλικρινές ενδιαφέρον τους για την ελληνική τέχνη.
Νομίζω πως διεθνώς υπάρχει μια ουσιαστική επιστροφή στο craft και στις τοπικές αφηγήσεις. Ο κόσμος έχει κουραστεί από την ομοιομορφία. Θέλει να αισθανθεί ότι ένα αντικείμενο έχει δημιουργηθεί με πρόθεση, με χρόνο και ουσία.
Οι υλικότητες και η επιλογή τους δεν είναι διακοσμητικές αλλά και βαθιά χρηστικές. Τα κουμάρια, για παράδειγμα, χρησιμοποιούνταν από τον 19ο αιώνα μέχρι την ανακάλυψη του πλαστικού και των ψυγείων, καθώς ο γυμνός πηλός επιτρέπει στο νερό να «αναπνέει» και να παραμένει δροσερό. Σημερα, υπάρχει η χρηστική ανάγκη να επανέλθουμε στο παρελθόν.
Η παράδοση σήμερα δεν ενδιαφέρει ως folklore. Ενδιαφέρει ως φορέας ταυτότητας μέσα σε έναν κόσμο που χαόνεται στην ανάλωση, τη μόδα και την ευκολία.
Τι άλλο δημιουργείς στις συλλογές και τι νέο να περιμένουμε από σένα;
Με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο η δημιουργία αντικειμένων που κινούνται ανάμεσα στο design και στα ελληνικά crafts που σταδιακά τείνουν προς εξαφάνιση. Αυτή την περίοδο εξερευνώ νέες υλικότητες και συνεργασίες με τεχνίτες από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας αλλά πιθανώς αντίστοιχες συνεργασίες με το εξωτερικό.
Με απασχολεί πολύ η έννοια του αντικειμένου ως συνέχειας μιας παράδοσης, αλλά και ως κάτι που παραμένει λειτουργικό και ζωντανό μέσα στην καθημερινότητα.
Παράλληλα ασχολούμαι με αναπαλαιώσεις και interior design στην Αθήνα και στα νησιά του Αιγαίου, που παραμένει η βασική μου εξάσκηση.
Τι αγαπάς αλήθεια να κάνεις περισσότερο;
Αγαπώ τη διαδικασία της ανακάλυψης. Να ταξιδεύω, να συναντώ ανθρώπους, να παρατηρώ λεπτομέρειες και στη συνέχεια να δημιουργώ — είτε αυτό αφορά χώρους, αντικείμενα, υφάσματα ή έπιπλα.
Προσπαθώ να βλέπω το όποιο έργο μου συνολικά· γι’ αυτό με ενδιαφέρει ιδιαίτερα και η φωτογραφία αλλά και η γραφή γύρω από ό,τι κάνω.
Ποια νιώθεις πως είναι τα σημαντικότερα επιτεύγματά σου;
Νομίζω πως το σημαντικότερο είναι ότι κατάφερα να δημιουργήσω μια γλώσσα που αισθάνομαι πραγματικά δική μου. Μια προσέγγιση που συνδέει τη σύγχρονη αισθητική με την παράδοση χωρίς να γίνεται επαναληπτική.
Προσπαθώ τα έργα μου να μην είναι αναμενόμενα και σπάνια επαναλαμβάνω ιδέες, γιατί σε κάθε στάδιο της ζωής μου έχω κάτι διαφορετικό να εκφράσω και διαφορετικές προσλαμβάνουσες.
Εξίσου σημαντικές θεωρώ και τις ανθρώπινες σχέσεις και συνεργασίες που έχουν προκύψει μέσα από αυτή τη διαδρομή.
Τι νέο έχει να διηγηθεί η νέα σου συλλογή και τι υπάρχει στα άμεσα σχέδιά σου;
Πέρα από έργα αναπαλαίωσης και interior design εντός Ελλάδας, με ενδιαφέρει η συνέχιση της έρευνας πάνω στις ελληνικές παραδόσεις, τεχνικές και υλικότητες.
Σκοπεύω να συνεχίσω να εστιάζω στο design με έναν πιο εξωστρεφή και διεθνή τρόπο, διατηρώντας όμως πάντα μια ελληνική και προσωπική ταυτότητα.
Με ποια αφορμή και έμπνευση κάνεις βήματα και εξελίσσεσαι στον τρόπο που δημιουργείς. Πες μας μια ιστορία.
Δεν έχω πολλά να πω πάνω σε αυτό· η δημιουργία είναι μέρος του DNA μου. Μου τη χάρισαν οι γονείς μου, αλλά και οι τόποι και οι άνθρωποι που είχα την τύχη να συναντήσω.
Πολύ συχνά η έμπνευση έρχεται μέσα από μικρές στιγμές και προϋποθέτει ελευθερία και αυτοπεποίθηση. Όσο απλό κι αν φαίνεται ένα αποτέλεσμα, τόσο πιο τολμηρό μπορεί να είναι τελικά, ειδικά σε μια εποχή όπου όλοι προσπαθούν να κάνουν κάτι «διαφορετικό».
Πολλές φορές ο χώρος ή το ίδιο το υλικό σου δείχνει τι θέλει να γίνει, αρκεί να μπορέσεις να αφήσεις το εγώ σου στην άκρη και να παρατηρήσεις.
Η δημιουργία δεν είναι έλεγχος, ούτε μας ανήκει απόλυτα· είναι ένα αποτέλεσμα ελευθερίας, προσλαμβάνουσας και προσωπικής συστηματικής εργασίας.
Ποιες είναι οι αδιαπραγμάτευτες αξίες στο έργο σου;
Η αυθεντικότητα μέσα από ένα πλαίσιο ελευθερίας, ο σεβασμός στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι, η λεπτομέρεια στην τεχνική, η διαχρονικότητα και η ουσιαστική σχέση με την ιστορία του τόπου και της υλικότητας που καθοδηγούν τη δουλειά μου.
Η φιλοσοφία σου για το design πώς εξελίχθηκε με τον χρόνο και τι θεωρείς πως αποκτά ιδιαίτερη αξία σήμερα;
Από τα πρώτα χρόνια απομακρύνθηκα από την ανάγκη του εντυπωσιασμού και ήρθα πιο κοντά στην παράδοση.
Πιστεύω πως σήμερα αποκτούν ιδιαίτερη αξία η αλήθεια, η χειροποίητη διαδικασία και η ατελείωτη έρευνα πάνω σε αυτήν, αλλά και η ανθρώπινη παρουσία μέσα στο αντικείμενο και τον χώρο.
Παράλληλα, η προσωπική αφήγηση και ο τρόπος παρουσίασης αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία για τη σύγχρονη κατανόηση και απήχηση ενός έργου.
Τι θα ήθελες να δημιουργήσεις, ένα dream project;
Θα ήθελα ίσως να δημιουργήσω έναν χώρο — ή να είμαι μέρος μιας ομάδας — όπου διαφορετικοί τεχνίτες, καλλιτέχνες και designers από όλον τον κόσμο θα μπορούν να συναντιούνται, να ανταλλάσσουν γνώσεις και να παρουσιάζουν τεχνικές. Ενα μικρό βήμα προς αυτό ήταν η συμμετοχή μου στο Salone.
Κάτι που θα μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας μελλοντικής αισθητικής και μιας σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας μέσα από τη συλλογική δημιουργία και τον πολιτισμικό διάλογο.
Τρία μέρη που αγαπάς να επιστρέφεις και γιατί;
Η Πάτμος, το Πήλιο, το Καστελόριζο και η Φλωρεντία, γιατί έχουν μια είτε μεγαλειώδη είτε απόλυτα απλοϊκή ομορφιά είτε ανθρώπους που με συγκινούν και με εμπνέουν με τρόπους που δύσκολα μπορώ να διατυπώσω.
Δώσε μας τον δικό σου ορισμό για την ομορφιά.
Ομορφιά είναι κάτι που υπάρχει ήδη στη φύση, στη γέννηση των ανθρώπων , στο μέσα και έξω τους, και της φυσικής υλικότητας και δομής· κάποιοι άνθρωποι απλώς έχουν το χάρισμα να μπορούν να την αναδείξουνε.
Όλες οι σύγχρονες προπαγάνδες γύρω από την ομορφιά δεν με αφορούν ιδιαίτερα.
Τι θεωρείς αυθεντικό στις μέρες μας;
Οτιδήποτε δημιουργείται με ελευθερία, πρόθεση, χρόνο και προσωπικό αποτύπωμα — κάτι που κάποιες φορές καταφέρνει πραγματικά να σφραγιστεί μέσα στον χρόνο.