Ποια ήταν τα highlights της διαδρομής σου, τα σημαντικά σου βήματα που καθόρισαν την πορεία σου;
Όλα ξεκίνησαν πριν από περίπου δέκα χρόνια στην CAN Gallery της Χριστίνας Ανδρουλιδάκη, όπου έκανα την πρακτική μου και ήρθα σε άμεση επαφή με τον χώρο της τέχνης. Θεωρώ πως μια καθοριστική στιγμή για τη διαδρομή μου ήταν το 2021, όταν επιμελήθηκα την έκθεση «Κι-νήματα» στις Σπέτσες, δημιουργώντας έναν καλλιτεχνικό περίπατο. Ήταν μια πρόκληση και μια πρωτόγνωρη εμπειρία, καθώς δούλεψα εκτός Αθήνας και σε δημόσιο χώρο.
Έκτοτε και για τα επόμενα τρία χρόνια κινήθηκα νομαδικά σε διαφορετικά σημεία του νησιού, παρουσιάζοντας εκθέσεις όπως στο Poseidionion Grand Hotel με την έκθεση «Baltiza work in progress» (2022), στο Παλαιό Λιμάνι με την έκθεση «Home» (2023), καθώς και στην οικία Roussopoulos και στο Baraka Art Space (2024). Σε κάθε εγχείρημα με ενδιέφερε να αναδεικνύω ένα κομμάτι της ιστορίας του νησιού, αλλά και να εμπλέκω όσο το δυνατόν περισσότερο την τοπική κοινωνία. Παράλληλα, έχω επιμεληθεί εκθέσεις σε γκαλερί και ανεξάρτητους χώρους της Αθήνας, ενώ έχω επίσης συμμετάσχει στον συντονισμό artist residencies και άλλων καλλιτεχνικών εκθέσεων και προγραμμάτων.
Το story της ανακάλυψης μιας δημιουργικής προοπτικής με αντικείμενο την Τέχνη πως γεννήθηκε η πρώτη ιδέα και πως διαμορφώθηκε με το πέρασμα του χρόνου;
Όλες οι εκθέσεις που έχω επιμεληθεί ξεκινούν κάπως αυθόρμητα, μέσα από προσωπικές εμπειρίες και ερωτήματα που με απασχολούν κάθε φορά. Η πρώτη ιδέα αφορούσε το θέμα της γυναίκειας ταυτότητας, και για το συγκεκριμένο εγχείρημα οκτώ καλλιτέχνιδες σχεδίασαν τη δική τους «σημαία». Πλέον επιστρέφω σε έννοιες και θέματα που ίσως παλαιότερα μου φαίνονταν πιο μακρινά ή δεν ήμουν έτοιμη να τα προσεγγίσω όπως το θέμα της τωρινής έκθεσης. Νομίζω ότι όλη αυτή η διαδικασία είναι μια συνεχής διαδρομή, ένα άνοιγμα προς νέες κατευθύνσεις και μια ανάγκη να κατανοήσω καλύτερα τόσο τον εαυτό μου όσο και τον κόσμο γύρω μου.
Με ποιον τρόπο νοιώθεις ότι η αισθητική σου διαμορφώνεται με τον χρόνο και που εστιάζεις, ποια είναι τα ενδιαφέροντά σου;
Η αισθητική μου διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από τις εμπειρίες, τα ταξίδια και την επαφή μου με την τέχνη και την καθημερινότητα. Δεν τη βλέπω ως κάτι στατικό, αλλά ως κάτι που εξελίσσεται μαζί μου. Στο σπίτι μου υπάρχει έντονη παρουσία αντικειμένων που κουβαλούν μνήμη και ιστορία. Αγαπώ το μωσαϊκό πάτωμα και τον μαρμάρινο νιπτήρα, έχω εμμονή με οτιδήποτε χειροποίητο και γενικά ό,τι φέρει το αποτύπωμα της ανθρώπινης δεξιοτεχνίας. Για παράδειγμα, έχω ένα σκυριανό υφαντό που είχαν επιλέξει οι γονείς μου, το οποίο για μένα κουβαλάει πολλές μνήμες. Οι φίλοι μου γελώντας μου λένε ότι το σπίτι μου θυμίζει σπίτι άλλης δεκαετίας, ίσως επειδή δεν ακολουθεί τη λογική της τάσης, αλλά μιας πιο διαχρονικής και συναισθηματικής προσέγγισης στον χώρο. Με ενδιαφέρει πολύ ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία, ενώ προσπαθώ να ταξιδεύω και να επισκέπτομαι εκθέσεις όσο περισσότερο μπορώ, ώστε να κατανοώ διαφορετικές εποχές και καλλιτεχνικές προσεγγίσεις και να εμπλουτίζω το δικό μου αισθητικό λεξιλόγιο.
Μίλησε μας για τη νέα έκθεση στην οποία είσαι curator, ποιο είναι το θέμα της και πως πλαισιώθηκε;
Η έκθεση Masking στην γκαλερί Ζουμπουλάκη πραγματεύεται την έννοια της ευθραυστότητας και θεωρώ ότι είναι σημαντικό τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή με όσα συμβαίνουν πολιτικά και κοινωνικά να έρθει στο προσκήνιο αυτή η έννοια. Φυσικά μέσα από έρευνες και από βιβλία που διάβαζα άρχισα να παρατηρώ ότι έχουν γραφτεί πολλά εδώ και δεκαετίες για το συγκεκριμένο θέμα – ήθελα λοιπόν να μιλήσω για αυτό και να τα φέρω στο φως – διότι θεωρώ ότι είναι μια διαχρονική πραγματικότητα. Βέβαια η ιδέα της συγκεκριμένης έκθεσης ξεκίνησε κάπως παράδοξα μέσα από ένα βιβλίο, Η λεοπάρδαλη του χιονιού, Sylvain Tesson – σε ένα σημείο ο συγγραφέας μιλούσε για το πως εξαφανίζεται η λεοπάρδαλη μέσα στα βουνά «Μια σκιά μαγική! Νόμιζα πως είχε εξαφανιστεί, είπα. – Έτσι θέλει να πιστεύουμε»
Τότε τέθηκε το πρώτο ερώτημα, μήπως τελικά έχουμε μάθει να καμουφλάρουμε τα συναισθήματά μας; Σαν να νοιώθουμε τους άλλους απειλητικούς και δεν θέλουμε να αποκαλύψουμε πτυχές τους εαυτού μας; Όταν πια άρχισα να επιλεγώ τους καλλιτέχνες και τα έργα της έκθεσης το έκανα όχι με γνώμονα το «εύθραυστο» υλικό τους αλλα με βάση το ερευνητικό πεδίο του καθενός και πως τα έργα σχετίζονται με την έννοια του ευάλωτου, είτε σε κοινωνικό, είτε σε πολιτικό, είτε σε υπαρξιακό επίπεδο.
Ποιοι καλλιτέχνες συμμετέχουν και με ποιον τρόπο εντάσσονται στην έκθεση;
Η έκθεση συγκεντρώνει έντεκα καλλιτέχνες (Έλλη Αντωνίου, Γιώργος Αυγέρος, Κωστής Βελώνης, Μαρίνα Γκενάντιεβα, Παναγιώτης Κεφαλάς, Μαριλένα Κρανιώτη, Ξενοφών Μπήτσικας, Μαλβίνα Παναγιωτίδη, Νεφέλη Παπαδημούλη, Στέφανος Ρόκος, Κώστας Χριστόπουλος), των οποίων οι πρακτικές συνομιλούν μέσα από διαφορετικά μέσα και προσεγγίσεις – παρουσιάζονται ζωγραφικά έργα, γλυπτά και μία εγκατάσταση. Κάθε έργο εντάσσεται στο συγκεκριμένο θεματικό πεδίο, μέσα από το οποίο αναδύονται προσωπικές καλλιτεχνικες διερευνήσεις. Για παράδειγμα, στο έργο της Έλλης Αντωνίου, η μελέτη του ίδιου τοπίου εστιάζει στη βραδύτητα και, εν μέρει, στην αποδοχή της τρωτότητας και του λάθους. Η Μαριλένα Κρανιώτη, με το έργο Τελετουργίες για τον ήλιο φτιαγμένο από μέταλλο, δίνει έμφαση στις σκιές που προκύπτουν, καθώς για την ίδια «η σκιά αποκτά κεντρικό ρόλο, συμβολίζοντας το κομμάτι του εαυτού που παραμένει μη αποδεκτό ή ανεξερεύνητο». Η Μαρίνα Γκενάντιεβα συνεχίζει να χαρτογραφεί τη «νεκρή ζώνη» της Κύπρου, ένα ενεργό ναρκοπέδιο, το οποίο γίνεται αφετηρία για να αναδειχθεί το πώς η φύση δεν είναι απλώς παρούσα, αλλά «καλυμμένη» μέσα σε ένα πεδίο γεωπολιτικών εντάσεων. Ενώ ο Ξενοφών Μπήτσικας, μέσα από μια συνεχή συνομιλία με εμβληματικούς ζωγράφους, εντοπίζει την ευθραυστότητα στην ίδια την εμπειρία του «οράν και βλέπεσθαι», στη σχέση ανάμεσα στον παρατηρητή και το παρατηρούμενο
Τι feedback εισπράξατε από το κοινό πως αντέδρασε σε ένα τόσο ιδιαίτερο concept;
Μπορώ να πω ότι εισπράξαμε πολύ θετικά σχόλια από το κοινό, κυρίως σε σχέση με τον τρόπο που συνομιλούν καλλιτέχνες διαφορετικών γενεών μέσα στην έκθεση. Έχει ενδιαφέρον διότι ο κάθε επισκέπτης ταυτίζεται με διαφορετικό έργο και υπήρξαν αρκετοί που μου σχολίασαν θετικά το κείμενο της έκθεσης – λέγοντας μου ότι συνδέονται πολύ άμεσα – σαν να διαβάζουν κάτι που τους αφορά προσωπικά.
Πόσο σημαντικό για σένα είναι να έχεις συνεργασία με την Zoumboulakis Galleries και τι έχεις αποκομίσει;
Είμαι πολύ χαρούμενη για τη συγκεκριμένη συνεργασία με τη Zoumboulakis Galleries, μια ιστορική γκαλερί της Αθήνας και χαίρομαι ιδιαίτερα για την εμπιστοσύνη που έδειξε η Δάφνη Ζουμπουλάκη στο έργο μου. Μέσα από αυτή τη συνεργασία έχω αποκομίσει πολύτιμη εμπειρία, τόσο σε επίπεδο παρουσίασης της δουλειάς μου όσο και μέσα από τον διάλογο και την επαφή με ένα ευρύτερο κοινό.
Τι ακολουθεί στη συνέχεια;
Στις 22 Μαΐου εγκαινιάζεται η έκθεση Elongated Acts, την οποία επιμελούμαι στο Amphicar Studio έναν artist-run χώρο τέχνης που κάθε χρόνο προσκαλεί έναν επιμελητή ώστε να φέρει κοντά καλλιτέχνες που δουλεύουν εντός και εκτός του στούντιο. Για πρώτη φορά θα συνεργαστώ με δεκαέξι καλλιτέχνες και ανυπομονώ για αυτή τη συνεργασία.
Πόσο σημαντικό είναι στις μέρες μας να συναντιέσαι με ανθρώπους που μοιράζεστε κοινή γλώσσα και αισθητική. Πόσο συχνά συμβαίνει ειδικά σε έναν τόσο απαιτητικό και δύσκολο χώρο σαν τον δικό σου;
Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει αρκετά οργανικά· με έναν τρόπο οι ενέργειες «ρέουν» και τελικά περιτριγυριζόμαστε από ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε μια κοινή γλώσσα και αισθητική. Νιώθω πολύ τυχερή που έχω δημιουργήσει έναν τέτοιο κύκλο, ο οποίος συνεχώς εμπλουτίζεται, επιδιώκω να δημιουργώ νέες συνεργασίες μέσα από τις οποίες μπορούν να προκύψουν ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις. Παράλληλα, θεωρώ πολύ σημαντικό να υπάρχουν άνθρωποι που εμπιστευόμαστε, με τους οποίους μπορούμε να συζητάμε ανοιχτά, να αναπτύσσεται ένας διάλογος και να ασκείται δημιουργική κριτική, στοιχεία απαραίτητα για την εξέλιξή μας, ειδικά σε έναν τόσο απαιτητικό χώρο.
Ποιο θα ήταν ένα dream project για σένα;
Δεν έχω σκεφτεί, όμως σίγουρα θα με ενδιέφερε ένα project σε δημόσιο χώρο, γιατί εκεί νιώθω ότι εκφράζομαι καλύτερα. Θα ήθελα κάποια στιγμή να αναμετρηθώ με έναν τέτοιο χώρο στην Αθήνα, παρόλο που γνωρίζω πως πρόκειται για κάτι ιδιαίτερα απαιτητικό, χρειάζεται συντονισμό και οργάνωση σε πολλά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, είναι μια πρόκληση που με ενδιαφέρει πολύ και αυτή η ερώτηση είναι σίγουρα τροφή για σκέψη.
Θεωρείς ότι οι Έλληνες αγαπούν την Τέχνη, αγκαλιάζουν εύκολα το καινούριο ή είναι δύσπιστοι;
Έχοντας δουλέψει τόσο στην Αθήνα όσο και σε πολλά νησιά, όπως Σπέτσες, Κρήτη και Χίο, πιστεύω πως το κοινό χρειάζεται χρόνο για να προσεγγίσει την τέχνη. Πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που είναι πιο δύσπιστοι ή που νιώθουν ότι δεν τους αφορά άμεσα, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Για παράδειγμα, στις Σπέτσες είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι κάποιοι άνθρωποι με στήριξαν από την πρώτη στιγμή, ενώ άλλοι ήρθαν πιο κοντά σταδιακά. Φυσικα, αυτές οι συναντήσεις είναι πολύτιμες για εμένα, και για αυτό και συνεχίζω να εργάζομαι σε αυτό τον χωρο. Στην Αθήνα πιστεύω πως τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς υπάρχει μεγαλύτερη εξοικείωση με τη σύγχρονη τέχνη και περισσότεροι ανεξάρτητοι χώροι που ενθαρρύνουν το κοινό να πειραματιστεί και να ανακαλύψει νέες μορφές έκφρασης.
Ποιος είναι ο δικός σου ορισμός για την ομορφιά;
Η ομορφιά πηγάζει από μέσα μας – συχνά την συνδέω με το φως!
Τι θεωρείς αυθεντικό στις μέρες μας;
Αυτό που δεν με ωθεί να το αμφισβητήσω, κάτι που αντιλαμβάνομαι ως πηγαίο και οργανικό.
Διάρκεια έκθεσης: 23 Απριλίου 2026 – 23 Μαΐου 2026
Φωτογραφία StudioVaharidis